Monday, 17 September 2007

Ανοιχτή επιστολή στην ομάδα Terminal 119

Τον καιρό που η Αυτονομία ή Βαρβαρότητα είχε δίκιο. Περί λογοκρισίας, αφομοίωσης και μερικών ακόμα θεμάτων.

Επί τη ευκαιρία, μιας και μιλάμε για ολοκληρωτισμό, ζητάμε ξανά από το terminal κάποιες διευκρινίσεις σχετικά με τα γραφόμενά τους περί «συλλογικής σκέψης», στην πρόσφατη μπροσούρα τους. Εμμένουμε σε αυτό το ζήτημα, διότι για εμάς η ύπαρξη μιας συλλογικής σκέψης θα σήμαινε την πιο βάρβαρη και ολοκληρωτική απαίτηση εισβολής του δημοσίου στις βαθύτερες στιβάδες του ανθρώπινου ψυχισμού. Κάτι τέτοιο θα συνεπήγετο την επιθυμία εξάλειψης και ξεριζώματος της ανθρώπινης ψυχής, την καταστροφή του υποκειμένου ως δημιουργικής φαντασίας. Η επιμονή μας επιβεβαιώνεται και από το « Γ’ κύκλος τοποθετήσεων...», όπου δεν αντιλαμβανόμαστε τη σχέση των παραπομπών στην μπροσούρα σας με αυτά που εμείς λέμε. Η έλλειψη συνεννόησης, εκτός των άλλων, βασίζεται στο γεγονός ότι νοηματοδοτούμε διαφορετικά τον ολοκληρωτισμό. Λέγοντας «ολοκληρωτισμό» ή «ολοκληρωτικά στοιχεία» δεν αναφερόμαστε τόσο στα ίδια τα ολοκληρωτικά καθεστώτα (ναζιστικά και κομμουνιστικά) όσο –και κυρίως- στο φαντασιακό που τα υποβαστάζει.

(από επιστολή μας προς την ομάδα terminal 119 για την ατομική και κοινωνική αυτονομία, 29/4/2006)

Δε συνηθίζουμε να εμπλεκόμαστε –πόσο μάλλον να τις προκαλούμε οι ίδιοι- σε πολεμικές, αν και τελικά μάλλον θα έπρεπε, δεδομένης της βλακείας και της χυδαιότητας που χαρακτηρίζει το σύγχρονο φαντασιακό. Η βασιλεία της ασυναρτησίας και του ό,τι-να’ ναι συνιστούν τα κύρια χαρακτηριστικά του σύγχρονου καθεστώτος, το οποίο, όπως πολύ σωστά το έχει πει ο Καστοριάδης, είναι ένα καθεστώς μαλακού ολοκληρωτισμού -επιβεβλημένου φυσικά «από τα κάτω», από τους ίδιους δηλαδή τους ανθρώπους κι όχι από το κράτος[1]. Μέσα στον μαλακό ολοκληρωτισμό η ελευθερία της σκέψης και του λόγου είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Όχι βέβαια εξαιτίας της ύπαρξης κάποιας δήθεν κρατικής λογοκρισίας ή της περίφημης «πλύσης εγκεφάλου» (στην ιδέα και μόνο των οποίων εκσπερματώνουν αυτομάτως, δίχως ν’ αγγίξουμε το πέος ή την κλειτορίδα τους, οι παρανοϊκοί κι οι υπόλοιποι συνωμοσιολόγοι), αλλά λόγω της απροθυμίας των ανθρώπων να σκέφτονται αυτά που κάνουν και να είναι συνεπείς μ’ αυτά που λένε. Μέσα σ’ αυτό το γενικευμένο όργιο όπου ο καθένας λέει ό,τι του καταβαίνει στο κεφάλι, δίχως ποτέ να δίνει λόγο για τις «ιδέες» του, ανθούν οι αφομοιωτές και τα διανοητικά παράσιτα : όλοι αυτοί δηλαδή που, για lifestyle λόγους, βγαίνουν και υποστηρίζουν ιδέες και προτάγματα με τα οποία ουδεμία σχέση έχουν στην πραγματικότητα. Η δράση αυτών των δύο κατηγοριών συνδυάζεται με τη δράση των σαλτιμπάγκων[2] (πρόκειται για τους «εναλλακτικούς» ιδεολογικούς εκπροσώπους του καθεστώτος) και καταλήγει να θολώνει τα νερά και να καταχράται τον χώρο όπου θα ήταν δυνατή η ανάδυση ενός πραγματικά επαναστατικού προτάγματος. Ας βάλουμε όμως τα πράγματα σε μια σχετική τάξη.

Περί λογοκρισίας

Απέναντι σ’ έναν πραγματικό Άιχμαν θα έπρεπε να παλέψουμε με τη δύναμη των όπλων και στην ανάγκη με τα όπλα της απάτης. Απέναντι σ’ έναν Άιχμαν του χαρτιού, πρέπει να απαντήσουμε μέσω του χαρτιού. Υπάρχουν κάποιοι που ‘το χουμε κάνει και θα το κάνουμε ακόμη. Κάνοντάς το αυτό, δεν τιθέμεθα στο επίπεδο που βρίσκεται ο εχθρός μας. Δεν τον «συζητάμε», δείχνουμε τους μηχανισμούς των ψεμάτων του και των λαθών του, κάτι που μπορεί να είναι μεθοδολογικώς χρήσιμο για τις νέες γενιές. Είναι ακριβώς γι’ αυτό που δεν πρέπει να χρεώσουμε στο δικαστήριο το καθήκον να λέει την αλήθεια.

Pierre Vidal-Naquet

Δεν πιστεύουμε ότι ο καθένας μπορεί να πιστεύει ό,τι θέλει και να γράφει ό,τι θέλει, ειδικά όταν αυτά που γράφει και πιστεύει έχουν άμεσα συμβάλει στο παρελθόν σε μια από τις μεγαλύτερες φρικαλεότητες της ανθρωπότητας. Ο αντισημιτισμός δεν αποτελεί ιδέα ή άποψη αλλά μια εγκληματική πράξη!

Όπως, όμως, είπαμε και πριν, ο αντισημιτισμός, που είναι πάντα εξοντωτικός, δεν αποτελεί άποψη ή ιδέα προς συζήτηση αλλά ένα είδος μίσους βασισμένο πάνω σε προκαταλήψεις και ψυχικά συμπτώματα… Ο αντισημιτισμός δεν παίρνει από λόγια. Και ούτε οι φορείς του. Αυτό θα έπρεπε να είναι πλέον ξεκάθαρο.

terminal 119, «Καμιά ανοχή στους δολοφόνους της μνήμης»

Με αφορμή τη δίκη του γνωστού εθνικιστή Κώστα Πλεύρη εγείρεται ξανά –το εγείρουμε εμείς εν πάση περιπτώσει- το ζήτημα της ελευθερίας του λόγου. Κι αυτό διότι η ομάδα terminal 119 από τη Θεσσαλονίκη έβγαλε ανακοίνωση με την οποία καλεί σε αγώνα υπέρ της καταδίκης του Πλεύρη, φτάνοντας μέχρι και του σημείου να πει ότι «μερικοί άνθρωποι δε μπορούν να λένε ό,τι θέλουν». Προσοχή: εδώ το ζήτημα δεν αναφέρεται στο πνευματικό ή στο ηθικό πεδίο –όπως συμβαίνει επί παραδείγματι όταν λέμε ότι «κανονικά θα έπρεπε, για λόγους χυδαιότητας, να απαγορεύεται στον Μ. Καψή να βγαίνει στην τηλεόραση», δίχως φυσικά να πηγαίνουμε ποτέ να του κλείσουμε το στόμα-, αλλά στο νομικό : πρόκειται για την επιλεκτική κατάργηση της ελευθερίας του λόγου, από την πλευρά του δικαστηρίου, στο όνομα της καταπολέμησης του ρατσισμού. Έχουμε ως εκ τούτου να κάνουμε με τη ρητή πρόθεση να καταργηθεί ο απολύτως αδιαπραγμάτευτος χαρακτήρας του αιτήματος της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης. Ξεκαθαρίζουμε ότι εν προκειμένω μας ενδιαφέρει η στάση του terminal 119 και όχι του δικαστηρίου, αφού στην περίπτωση αυτού του δεύτερου υπάρχει το επιχείρημα της ηθικής αυτουργίας από πλευράς των ρατσιστικών ιδεών. Το ενδιαφέρον είναι ότι στην προκείμενη περίπτωση οι αναρχικοί του terminal 119 –διότι περί καθαρών αναρχικών 24 καρατίων πρόκειται, ό,τι κι αν λένε- μαζεύουν επιχειρήματα υπέρ της στήριξης του «Κράτους» και της «αστικής δικαιοσύνης», σε αντίθεση με ό,τι θα έκαναν σε οποιαδήποτε άλλη περίσταση. Αυτή η παρατήρηση και μόνο αρκεί για να δείξει σε τι βαθμό οι εν λόγω κύριοι είναι πρόθυμοι να κάνουν εκπτώσεις και να περιορίσουν, όποτε το κρίνουν σκόπιμο, την ελευθερία του λόγου, αλλά, τελικά, και την ελευθερία της ίδιας της σκέψης, αν κρίνουμε από παλιότερα γραφόμενά τους, τώρα που τα βλέπουμε και υπό το φως των τελευταίων εξελίξεων[3]. Αυτό δεν είναι περίεργο πάντως, αν κρίνει κανείς από τη συνολική τους παρουσία: δε νομίζουμε για παράδειγμα ότι θα μπορούσε κανείς να περιμένει κάτι διαφορετικό από ανθρώπους που υποστηρίζουν την Andrea Dworkin και τις προσπάθειες που αυτή έκανε για την απαγόρευση της πορνογραφίας στις ΗΠΑ.

Έχουμε αναφερθεί στο ζήτημα της ελευθερίας του λόγου σε προηγούμενα κείμενά μας[4]. Όπως το είχαμε πει και τότε, πιστεύουμε ότι η ελευθερία της συνείδησης, του λόγου και της έκφρασης είναι ίσως η θεμελιωδέστερη δημοκρατική κατάκτηση, πράγμα που σημαίνει ότι, στην περίπτωση που δεν καταπατώνται άλλα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα (όπως επί παραδείγματι στην περίπτωση των snuff movies ή των ταινιών παιδοφιλικού περιεχομένου των οποίων η παραγωγή προϋποθέτει τον φόνο και την αποπλάνηση) και υπάρχει η ελεύθερη συναίνεση των συμμετεχόντων, δεν υπάρχει κανένα μη ολιγαρχικό επιχείρημα που να μπορεί να στηρίξει τον περιορισμό της. Διότι πίσω από τη σκέψη που οδηγείται να πιστέψει στην αναγκαιότητα απαγόρευσης της διάδοσης και κυκλοφορίας κάποιων ιδεών, όποιες κι αν είναι αυτές κάθε φορά, υπάρχει μια θεμελιώδης, υπαρξιακού τύπου, απόφαση που λέει ότι οι άνθρωποι είναι χαζοί και αβοήθητοι, ανίκανοι να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους και, σαν τα μικρά παιδάκια, έχουν ανάγκη να τους πάρουμε απ’ το χέρι και να τους παιδαγωγήσουμε –απαγορεύοντας φυσικά ό,τι κρίνεται βλαβερό για την πνευματική τους ανάπτυξη. Αυτή η ιδέα, την οποία φυσικά σε καμία περίπτωση δε θα την αποδεχθεί, έτσι διατυπωμένη, ούτε κι ο χειρότερος σταλινικός, τη βλέπουμε συνήθως να έρχεται στην επιφάνεια με τη μορφή των εξής δύο, λιγότερο κραυγαλέων συλλογισμών: πρώτον, οι άνθρωποι δε διαθέτουν τη στοιχειώδη κριτική ικανότητα που είναι αναγκαία για την επεξεργασία αυτών που ακούνε και διαβάζουν, κάτι που συνεπάγεται ότι καλόν είναι να απαγορεύουμε την κυκλοφορία οτιδήποτε «προκλητικού» και «ακραίου» (του Mein Kampf, της Ζυστίν, των 120 ημερών των Οικοδόμων κλπ), διότι –λόγω της ανικανότητάς τους να επιλέγουν τι κάνουν και τι όχι- μπορεί να τους ωθήσει σε πράξεις εγκληματικές ή γενικώς απαράδεκτες από πολιτική και φιλοσοφική άποψη· δεύτερον, η απαγόρευση της διάδοσης και της ευρείας κυκλοφορίας των «επικίνδυνων» ιδεών συντείνει στην αποδυνάμωσή τους και στη μείωση των υποστηρικτών τους –ιδέα η οποία μπορεί να μην προσυπογράφει ρητά τις προκείμενες της προηγούμενης, αλλά διαπνέεται απ’ το ίδιο πάνω κάτω φαντασιακό. Φαντασιακό το οποίο, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, αρνείται να αναγνωρίσει –με έναν τρόπο περισσότερο βαθύ και σοβαρό απ’ ότι η απλή και «στα λόγια» παραδοχή- τη σημασία του γεγονότος ότι ο άνθρωπος έχει ψυχή και ριζική φαντασία: ότι είναι δηλαδή ένα όν για το οποίο τα αντικείμενα του έξω κόσμου δεν έχουν θέση ερεθίσματος παρά μόνο στο βαθμό που ο ίδιος τους επιτρέπει να επιδρούν πάνω του. Αυτό που καλείται υποκείμενο, ακόμη κι αν δεν έχει την ικανότητα του ριζικού αναστοχασμού που κατακτά μόνο μέσα σε συνθήκες ψυχικής και κοινωνικής αυτονομίας, δεν είναι σε καμία περίπτωση μια tabula rasa ή ένα αυτόματο, απλό δημιούργημα των εξωτερικών παραγόντων, το οποίο κάνει απευθείας και ανεξέταστα ό,τι του πουν. Το κοινωνικό άτομο είναι το προϊόν της δουλειάς που έχει κάνει η κοινωνία πάνω σε μια ψυχική μονάδα αυτοφυή και μη κοινωνικώς δημιουργημένη, η οποία στα βάθη της παραμένει πάντοτε ξένη και ανυπόταχτη όχι μόνο στην κοινωνική νόρμα αλλά και στον εξωτερικό κόσμο γενικώς. Κατά συνέπεια η περίφημη επιβολή ιδεών μέσω της πλύσης εγκεφάλου έχει αποτέλεσμα μόνο στο βαθμό που το υποκείμενο επιλέγει[5] να είναι χειραγωγήσιμο. Ιδωμένο υπό αυτή την προοπτική το πρόβλημα της λογοκρισίας επιλύεται πριν καν τεθεί: από τη στιγμή που αναγνωρίζουμε ότι οι άνθρωποι είναι όντα, αν όχι υπεύθυνα –με την έννοια που εμείς θα δίναμε στον όρο-, τουλάχιστον μη αυτομάτως χειραγωγήσιμα, σαν τα σκυλιά του Παβλώφ και τα ποντίκια του Skinner, δεν υπάρχει κανένας λόγος να φοβόμαστε ότι «θα παρασυρθούν» -τι είναι, μικρά παιδάκια; Διότι, ακόμη και στην περίπτωση που οι εκάστοτε επικίνδυνες ιδέες βρίσκουν απήχηση, η λογοκρισία παραμένει ξανά, για άλλους λόγους αυτή τη φορά, άχρηστη και ανίκανη να κάνει το παραμικρό –δεδομένου κιόλας ότι μιλάμε για την μερική και επιλεκτική λογοκρισία που μπορεί να επιβληθεί στα πλαίσια των σημερινών φιλελεύθερων καθεστώτων- : τι νόημα θα είχαν οι νομικές απαγορεύσεις, όταν η μεγαλύτερη πλειοψηφία των ανθρώπων πιστεύει στις απαγορευμένες ιδέες; Εξάλλου, ακόμα κι αν δούμε το ζήτημα μόνο με όρους αποτελεσματικότητας, η απαγόρευση συγκεκριμένων έργων ή ιδεών, μακράν του να τις καθιστά περισσότερο απεχθείς ή αδιάφορες, τις περιβάλει με μια άχλη μυστηρίου η οποία φέρνει πάντοτε το αντίθετο αποτέλεσμα –καθώς στις περισσότερες περιπτώσεις ο ετερόνομος άνθρωπος έλκεται απ’ ότι θεωρείται «κακό» και «απαγορευμένο». Όπως πολύ σωστά το λέει ο Θανάσης Τριαρίδης σε μια σχετική με το θέμα μας επιφυλλίδα, «Αν διαβάσει κανείς προσεκτικά τον Ίαν Κέρσοου, θα δει πως η δεκάμηνη φυλάκιση του Χίτλερ στο Λάντσμπεργκερ, όχι μόνο δεν ανέκοψε την πορεία του προς την Καγκελαρία, αλλά τον μετέβαλε από έναν γραφικό εξτρεμιστή σε πόλο επανασύστασης της “χαμένης γερμανικής ισχύος”»[6].

Μέσα απ’ αυτές τις διατυπώσεις καθίσταται προφανές ότι οι οπαδοί οποιασδήποτε μορφής λογοκρισίας πάσχουν από την εγγενή στα ετερόνομα συστήματα σκέψης μισανθρωπία που θεωρεί «τους πολλούς» χαζούς και ηλίθιους, ανίκανους να λύσουν μόνοι τους τα προβλήματά τους, ακόμα κι αν πρόκειται για το στενά διανοητικό επίπεδο. Όπως το λέει ο Πλάτων στον περίφημο μύθο της βασιλείας του Κρόνου (Πολιτικός 268d κ.ε), όταν ο κόσμος αφέθηκε απ’ τους θεούς στη μοίρα του, κόντεψε να καταστραφεί· έπρεπε να επέμβουν ξανά οι ίδιοι οι θεοί για να προλάβουν τα χειρότερα: ορθό, αφού, όπως μας έμαθε ο σύντροφος Ίλιτς Ουλιάνωφ, οι εργάτες μπορούν να φτάσουν μόνο μέχρι το τρεϊντγιουνιονιστικό επίπεδο συνείδησης, παραπάνω δεν τραβάνε. Η πίσω πλευρά αυτού του φαντασιακού, η οποία συνήθως παραβλέπεται, είναι η περίφημη ιδέα των συνωμοσιολόγων και των αναρχικών –όπως επίσης και των σαλτιμπάγκων τύπου Foucault και Agamben- ότι η κοινωνία, εγγενώς ανίκανη και ηλίθια, κυριαρχείται εξορισμού από έναν παντοδύναμο Μολώχ –κατά την έκφραση του Ginsberg[7] στο τρίτο μέρος του Ουρλιαχτού του- ο οποίος καθορίζει γι’ αυτήν τι θα κάνει και τι θα σκεφτεί. Υποκείμενο της ιστορίας δε θεωρείται, εν ολίγοις, η ίδια η κοινωνία, αλλά η εκάστοτε σκοτεινή δύναμη που υποτίθεται ότι κινεί τα νήματά της. Με αυτό τον τρόπο οι εκάστοτε «επικίνδυνες» και γενικώς απαράδεκτες ιδέες χρεώνονται στον Μολώχ και όχι στην ίδια την κοινωνία· πράγμα που με τη σειρά του δικαιολογεί αυτόματα την ενοχοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εν λόγω ιδεών, καθώς εκλαμβάνονται ως το δόλωμα που μας ρίχνει ο Μολώχ με σκοπό να μας χειραγωγήσει: είναι επόμενο ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, η απαγόρευσή τους θα σώσει αρκετό κόσμο απ’ την προσχώρηση στο Κακό. Με αυτό το σκεπτικό οι αναρχικοί καταδικάζουν τα ΜΜΕ, θεωρώντας τα ως μηχανισμούς μεθοδευμένου ψεύδους στην υπηρεσία του καπιταλισμού, ενώ οι αναρχοφεμινίστριες βάλλουν κατά της πορνογραφίας, νομίζοντας ότι είναι ιδεολογικός μηχανισμός της ανδρικής κυρίαρχης τάξης που προσπαθεί να επιβάλλει τα φαλλοκρατικά πρότυπα. Αμφότεροι, ως ολιγαρχικά και συνωμοσιολογικά «σκεπτόμενοι» (που λέει ο λόγος), αδυνατούν να φανταστούν ότι οι ιδέες που εκτίθενται στην αγορά, με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου, κάθε κοινωνίας συνιστούν έκφραση του φαντασιακού της ίδιας της κοινωνίας και όχι προϊόντα του Μολώχ, της Βιοεξουσίας, της Πατριαρχίας και της υπόλοιπης παρέας τους. Η βασική προκείμενη όλων αυτών των ιδεών είναι, όπως το ‘παμε και προηγουμένως, μια βαθύτατη υποτίμηση των δυνατοτήτων του ανθρώπινου όντος κι ένα άσβεστο μίσος για το μεγαλύτερο μέρος των συνανθρώπων μας. Είναι προφανές ότι αυτά τα συναισθήματα είναι απολύτως ασυμβίβαστα με την επιθυμία δημιουργίας μιας αυτόνομης κοινωνίας, μιας κοινωνίας δηλαδή η οποία «βάζει στο κέντρο της τον άνθρωπο» (όπως θα ‘λεγε η γ/κλώσσα της τρέχουσας κυνοτοπίας) και τις δημιουργικές του δυνάμεις. Ταυτόχρονα το μίσος εναντίων του μεγαλύτερου μέρους των ανθρώπων, το οποίο εκδηλώνεται ως έλλειψη πίστης στις δυνατότητες τους, πρέπει να ερμηνευθεί ως εξωτερίκευση του μίσους που εμείς οι ίδιοι νιώθουμε για τον εαυτό μας[8].

Εκτός όμως από αυτές τις περισσότερο «φιλοσοφικές» αντιρρήσεις μας, υπάρχει και μια πολύ σημαντική κριτική καθαρά πολιτικού χαρακτήρα την οποία πρέπει να κάνουμε. Η υποστήριξη της λογοκρισίας, για οποιονδήποτε λόγο, όταν γίνεται σε μια χώρα σαν τη σύγχρονη Ελλάδα, έχει ιδιαίτερη σημασία. Η Ελλάδα είναι μια χώρα όπου η ελευθερία του λόγου και της έκφρασης πλήττεται βάναυσα, καθώς εκτός απ’ το καθαρά δυτικής προελεύσεως καθεστώς του μαλακού ολοκληρωτισμού έχει να αντιμετωπίσει και τα παραδοσιακά, εθνικιστικά και θρησκευτικά ταμπού. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε και την περίφημη «βιομηχανία των αγωγών» που έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια, αφότου ο Βενιζέλος ψήφισε αυτό που οι δημοσιογράφοι αποκαλούν «τυποκτόνο νόμο» (1178/81, τροποποίηση του 1995)[9]. Πρόκειται για τη δυνατότητα αυτόματης άσκησης αγωγής εναντίον οποιουδήποτε λέει πράγματα για εμάς με τα οποία δε συμφωνούμε. Είναι γνωστό ότι η άσκηση αγωγής, με τα υπέρογκα ποσά που επιτρέπει στον εκάστοτε «θιγόμενο» να ζητήσει, μπορεί να οδηγήσει στην πρακτική εξαφάνιση του κατηγορούμενου: το παράδειγμα του περιοδικού Αντί που αναγκάστηκε να διοργανώσει έρανο για να πληρώσει το πρόστιμο που του επεβλήθη είναι χαρακτηριστικό. Μέσα λοιπόν σε μια πνευματική ατμόσφαιρα όπου έργα τέχνης αποσύρονται απ’ τις εκθέσεις, σατυρικοί καλλιτέχνες σαν τον Πανούση σύρονται στα δικαστήρια και βιβλία του ΟΕΔΒ λογοκρίνονται -για να μη μιλήσουμε για τις καθημερινές ασκήσεις αγωγών εναντίον αρθρογράφων ή για τις λογοκριτικές επεμβάσεις του ΚΚΕ[10]-, είναι εντελώς αντιδραστικό να συντάσσεται κανείς με τέτοιου είδους μεθόδους. Εκτός από αντιδραστικό όμως είναι και ασυνάρτητο, καθώς φανερώνει πλήρη άγνοια των πραγματικών προβλημάτων: αντί να ζητάμε τη διάνοιξη της πνευματικής κλειστότητας της ελληνικής κοινωνίας, χρησιμοποιούμε κι εμείς τις ίδιες πρακτικές με τους εκπροσώπους του κυρίαρχου καθεστώτος. Συγχαρητήρια[11].

Περί αφομοίωσης και σαλτιμπάγκων

Νομίζαμε ότι τα πράγματα θα ήταν σχετικώς αυτονόητα εν προκειμένω, αλλά δυστυχώς πέσαμε έξω. Παρ’ όλα αυτά, στην παρούσα περίσταση θέλουμε πρωτίστως να θίξουμε κάτι άλλο. Με αφορμή την περίπτωση του terminal θέλουμε να δώσουμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς λειτουργούν επί των ημερών μας το lifestyle κι η διαδικασία αφομοίωσης. Με αυτό τον τρόπο επεκτείνουμε όσα έχει γράψει επί του θέματος ο Καστοριάδης[12], καθώς περνάμε από το επίπεδο των μεμονωμένων συγγραφέων ή διανοουμένων σε αυτό των πολιτικών ομάδων. Δουλειά προς αυτή την κατεύθυνση έχει κάνει, ως προς έναν βαθμό, και ο μακαρίτης ο Bookchin στο περίφημο βιβλιαράκι του για τον lifestyle αναρχισμό, το οποίο προσφάτως κυκλοφόρησε και στα ελληνικά. Να πούμε εδώ, προτού προχωρήσουμε στην ανάλυσή μας, ότι η κριτική που θα κάνουμε -και η οποία θα είναι σε αρκετά της σημεία αρκούντως βίαιη-, έχει νόημα μόνο όταν ασκείται από την σκοπιά της αυτονομίας και της σκέψης που εμπνέεται απ’ το πνεύμα των ιδεών του Καστοριάδη. Δε μπορεί, με άλλα λόγια, η κριτική μας να χρησιμοποιηθεί από έναν σταλινικό ή από ένα μέλος του μπλακ μπλοκ. Όπως το έχουμε πει και σε κατ’ ίδίαν μας επικοινωνία, ασχολούμαστε –κριτικά εν προκειμένω- με το terminal, ακριβώς επειδή αναφέρεται στις ιδέες του Καστοριάδη. Ακόμη κι αν τις κατανοεί στρεβλά, ακόμη κι αν τις παραμορφώνει για συγκεκριμένους λόγους, τους οποίους αναλύουμε εκτενώς παρακάτω, το γεγονός ότι επιλέγει να στραφεί προς αυτές τις ιδέες, αντί να παραμείνει (ρητά και αναφανδόν) αναρχικό ή ακόμη και μαρξιστικό, όπως το έτερο κομμάτι του Tristero, έχει τη σημασία του. Εξάλλου, αυτό που λέμε lifestyle ευδοκιμεί σε τέτοιο βαθμό στις μέρες μας, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν υπάρχει ένα πραγματικό και δημιουργικό επαναστατικό κίνημα το οποίο θα μπορούσε να πάρει με το μέρος του πολλούς ανθρώπους οι οποίοι υπό τις παρούσες συνθήκες αφήνονται στη γοητεία του -του lifestyle[13]. Τέλος διευκρίνισης.

Θεωρούμε ότι ως ομάδα δημοκρατική οφείλουμε να καταγγείλουμε τις πρακτικές του terminal 119, επειδή η εν λόγω ομάδα τις υιοθετεί στο όνομα του προτάγματος της αυτονομίας, με το οποίο, όπως απεδείχθη ξεκάθαρα, δεν έχει καμία απολύτως σχέση. Επειδή τυχαίνει να αγωνιζόμαστε για την προώθηση του εν λόγω προτάγματος, το βρίσκουμε εντελώς απαράδεκτο να δυσφημίζονται με τέτοιο τρόπο οι αξίες και τα ιδεώδη στων οποίων την υπεράσπιση και τη διάδοση έχουμε αφιερώσει την πολιτική μας δράση. Μιλάμε για δυσφήμηση, γιατί περί τι άλλου μπορεί να πρόκειται, όταν βγαίνει κάποιος και λέει ότι το πρόταγμα της αυτονομίας είναι συμβατό με την απαίτηση περιορισμού της ελευθερίας της έκφρασης και του λόγου και με όλα τα υπόλοιπα που θα περιγράψουμε στη συνέχεια; Τι άλλο μπορεί να είναι η προώθηση ολοκληρωτικών πρακτικών αυτού του είδους υπό το όνομα της αυτονομίας; Πρόκειται για την ουσία της δράσης των αφομοιωτών/καταχραστών, στους οποίους πρέπει τελικά να κατατάξουμε και το terminal 119 : για λόγους καταπολέμησης του κενού νοήματος, προσχωρούμε σε ιδέες και προτάγματα με τα οποία στην πραγματικότητα δεν έχουμε καμιά απολύτως σχέση∙ ακριβώς όμως επειδή η προσχώρησή μας γίνεται για λόγους ψυχολογικούς και όχι πολιτικούς ή φιλοσοφικούς, έχει χαρακτήρα επιφανειακό και επιπόλαιο, πράγμα που οδηγεί στην ασυναρτησία και το ό,τι-να’ ναι, δεδομένου ότι οι ιδέες που καρπωνόμαστε δεν έχουν γίνει κατανοητές εις –όχι και πολύ μεγάλο- βάθος. Με αυτόν τον τρόπο οι ιδέες που υποτίθεται πως υποστηρίζουμε μετατρέπονται σε σχήματα κενά περιεχομένου, που χρησιμοποιούνται ως κλισέ και σλόγκαν με σκοπό να παγώνουν τη σκέψη και να συγκαλύπτουν τα προβλήματα, διατηρώντας μας στη μακά(β)ρια ησυχία μας: οι ιδέες δηλαδή γίνονται χιδέες. Εν προκειμένω το πρόβλημα έγκειται στο ότι τα μέλη του terminal έχουν οικειοποιηθεί τα φραστικά σχήματα του Καστοριάδη και μιλούν περί αυτονομίας, δίχως όμως να έχουν κάτσει ποτέ να σκεφτούν ότι οι περισσότερες από τις θέσεις και τις δράσεις τους είναι, αν όχι αντίθετες, τουλάχιστον ασύμβατες με την αυτονομία και συντηρητικες, αν αξιολογηθούν βάσει των κριτηρίων της. Αυτή η σκατάσταση δε θα μας απασχολούσε τόσο, αν δεν κατέληγε να υπονομεύει την προώθηση των ιδεών που ως ομάδα θεωρούμε ριζοσπαστικές κι επαναστατικές. Αν, με άλλα λόγια, το πρόταγμα της αυτονομίας ταυτίζεται με αυτά που κάνει το terminal, τότε πως στο διάολο να βγούμε εμείς μετά και να μιλήσουμε για την αυτονομία και τον Καστοριάδη; Είναι όπως όταν μιλάει κανείς υπέρ της δημοκρατίας και τους βρίσκει όλους να συμφωνούν: περνάνε λίγα λεπτά και στη συνέχεια καταλαβαίνει ότι οι συνομιλητές του αναφέρονται στη φιλελεύθερη ολιγαρχία. Η κατάσταση είναι κωμικοτραγική: φτάσανε να μας κατηγορούνε ότι δεν είμαστε «πραγματικοί αυτόνομοι», επειδή μας σύγκριναν με το terminal και μας βρήκαν σκάρτους (βλ. τη συζήτηση που αναφέραμε στην υποσημείωση 4) –σαν να μας λένε δηλαδή ότι δεν είμαστε δημοκρατικοί, επειδή δεν υποστηρίζουμε τη φιλελεύθερη ολιγαρχία. Και μη χοιρότερα…

Είναι φανερό ότι ανεξαρτήτως της τύχης της ομάδας μας αυτό που έχει σημασία είναι η φθορά που μακροπρόθεσμα κινδυνεύουν να πάθουν οι ιδέες της αυτονομίας, αν συνεχίσουν να ταυτίζονται με συμπεριφορές ολότελα ξένες προς το περιεχόμενό τους. Μέσα στο γενικότερο κλίμα μη σκέψης που επικρατεί οι αφομοιωτές κι οι σαλτιμπάγκοι μπορούν να κάνουν ελεύθερα ό,τι θέλουν. Με αυτό τον τρόπο οι ιδέες χάνουν το αυθεντικό τους περιεχόμενο και καταλήγουν τελικά να παίρνουν το περιεχόμενο που τους έχουν δώσει οι εκάστοτε καταχραστές τους. Η ριζοσπαστικότητα κι ο αντικονφορμισμός των επαναστατικών ιδεών ειδικότερα απονεκρώνεται, καθώς οι αφομοιωτές τις περιβάλλουν με τον κολλώδη –ή, ορθότερα: κωλώδη- ιστό των παραδοσιακών τους ιδεολογιών οι οποίες εξουδετερώνουν την κριτική σκέψη και τη σοβαρότητα. Σε ό,τι αφορά στις ιδέες της αυτονομίας το πρόβλημα είναι ντουμπλ φας, καθώς απ’ τη μια πλευρά έχουμε το ακαδημαϊκό κατεστημένο που μηρυκάζει τα έργα του Καστοριάδη κι απ’ την άλλη το terminal και όλους όσους συμμερίζονται την προσέγγισή του[14]: μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα.

Απ’ τους προστάτες μας ποιος θα μας προστατεύσει;

Let the dogs sniff

They know

H. Jung

Σε άκρα αντίθεση με την εικόνα που θέλει να έχει και να περνά προς τα έξω, το terminal δεν είναι παρά μια ομάδα της μεταμοντέρνας αναρχικής υποκουλτούρας. Οι θέσεις του είναι σαφέστατα αναρχικές, με τη μόνη διαφορά ότι διατυπώνονται σε μια μεταμοντέρνα, βερμπαλιστική γλώσσα, πράγμα που, συνδυαζόμενο με τον γενικότερο lifestyle χαρακτήρα της ομάδας αυτής, σηματοδοτεί τη διαφορά της από τις παραδοσιακά αναρχικές οργανώσεις (όπως είναι η Ομοσπονδία Αναρχικών Ελλάδας). Στα πλαίσια αυτής της διαφοροποίησης θα πρέπει, εξάλλου, να κατανοήσουμε και τη στροφή τους προς τις ιδέες του Καστοριάδη. Μιλάμε περί lifestyle και σαλτιμπάγκων, επειδή η προσχώρηση στις ιδέες της αυτονομίας και η υπεράσπισή τους –κάτι που στο επίπεδο της απλής μετάδοσης των ιδεών είναι πολύ θετικό, καθώς οι ιδέες του Καστοριάδη πρέπει να ακούγονται και να διαδίδονται με κάθε τρόπο, στο βαθμό τουλάχιστον που δεν παραμορφώνονται- συνοδεύονται από ενέργειες καθαρά αναρχικού τύπου, κατά τις οποίες χρησιμοποιούνται πολλές φορές πρακτικές ολοκληρωτικής εμπνεύσεως. Εκτός από την υπεράσπιση της λογοκρισίας, τόσο στην περίπτωση Dworkin όσο και στην περίπτωση Πλεύρη, για την οποία ήδη μιλήσαμε, μπορούμε να αναφερθούμε και στην εκστρατεία εναντίον της Αμαρύνθου που διοργάνωσε το terminal πριν από κάποιους μήνες, με αφορμή τον γνωστό βιασμό που έγινε εκεί. Ενώ από τη μια πλευρά –και πολύ σωστά- τα μέλη του termninal αναδημοσιεύουν στο site τους το κείμενο του Φόρουμ Αλβανών Μεταναστών που εναντιώνεται στην πατερναλιστική στάση των αναρχικών και των αριστεριστών απέναντί τους («”Με” ή “για” τους μετανάστες;»[15]), από την άλλη πλευρά πάνε και κάνουν κάτι εξίσου πατερναλιστικό: πάνε στην Αμάρυνθο να ζητήσουν τα ρέστα απ’ τους τοπικούς τραμπούκους, ως υπερασπιστές των αδυνάτων –οι νέοι Ζορό-, υπό το σκεπτικό πως σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να διατρανώνουμε στους τραμπούκους, τους βιαστές, τους σωματέμπορες και τους υπόλοιπους της αυτής συνομοταξίας ότι τα χτυπήματά τους δε θα μένουν αναπάντητα[16]. Είναι γνωστό ότι αυτή είναι η θέση των αναρχικών που χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει τη βεντέτα που διατηρούν με τους φασίστες της Χρυσής Αυγής: ο πατερναλισμός και η επιθυμία να βρούμε θύματα για να τα βοηθήσουμε σε όλο τους το μεγαλείο. Αν δούμε τα πράγματα προσεκτικότερα, θα διαπιστώσουμε ότι το σύνολο σχεδόν της πολιτικής δράσης του terminal κινείται στο ίδιο μοτίβο: η έμφαση που δίνουν σε θέματα όπως ο σεξισμός, η βία κατά των γυναικών και ο αντισημιτισμός δεν είναι παρά μια προσπάθεια προς άγραν κοινωνικών κατηγοριών που χρίζουν της σωτήριας βοήθειάς τους. Μπορεί να μην ψάχνουμε πια για επαναστατικά υποκείμενα, αλλά κατά βάθος η λογική παραμένει η ίδια. Το ίδιο ισχύει βέβαια και για την τάση τους να υποστηρίζουν τη λογοκρισία, όπως οφείλει να ‘χει γίνει κατανοητό απ’ την παραπάνω ανάλυσή μας, όπως επίσης και με την υποστήριξή τους στις δραστηριότητες του στεκιού Ιατρικής της Θεσσαλονίκης (μαθήματα σε κωφάλαλους κλπ). Η προστατευτικότητα κι ο πατερναλισμός είναι η πρακτική συνέπεια του ηθικισμού κάθε μορφής. Σε τηλεοπτικό επίπεδο τον απολαύσαμε πριν λίγο καιρό, όταν ο Λάκης Χαζόπουλος και ομοϊδεάτες του επιτέθηκαν στην Ανίτα Πάνια και στο Je taime, αρνούμενοι στους συμμετέχοντες το δικαίωμα να θέλουν να κάνουν ό,τι κάνουν. Όπως και στην περίπτωση της λογοκρισίας, έτσι κι εδώ, οι άνθρωποι θεωρούνται ανίκανοι να επιλέξουν από μόνοι τους τι είναι καλό γι’ αυτούς και τι όχι: πρέπει να ‘ρθει ο Ρομπέν των Δασών κι οι Ήρωες με τα Κωλάν για να τους σώσουν. Δεν χρειάζεται να πούμε ότι στην πλειονότητα των περιπτώσεων πίσω απ’ αυτή την επιφανειακή καλοσύνη κρύβεται μια βαθιά περιφρόνηση προς αυτόν που εκάστοτε βοηθάμε. Αυτό έγινε ιδιαιτέρως φανερό στην περίπτωση του Je taime : ενώ η βασική κατηγορία που του επερρίφθη ήταν πως στιγματίζει και εξευτελίζει τους «ψυχικώς πάσχοντες», οι πρώτοι που διέπραξαν αυτόν τον στιγματισμό –χρησιμοποιώντας μάλιστα και τον όρο «ψυχικώς πάσχοντες»- ήταν ο Χαζόπουλος και οι λοιποί προστάτες. Επειδή, με απλούστερη διατύπωση, είμαστε καταδικασμένοι να φτάνουμε μόνο μέχρι το τρεϊντγιουνιονιστικό επίπεδο συνείδησης, χρειαζόμαστε τη Dworkin για να μας πει ότι δεν κάνει να καυλώνουμε βλέποντας και πρωταγωνιστώντας σε τσόντες[17] ή τον Χαζόπουλο για να μας πει ότι ο Κάτμαν δε μπορεί να σκεφτεί ότι μ’ αυτά που κάνει γελοιοποιείται. Εμείς από την πλευρά μας, ως οπαδοί της αυτονομίας και της πίστης ότι οι άνθρωποι δεν είναι χαζοί, απαντάμε πως δεν είναι δικό μας το πρόβλημα αν μερικοί έχουν τάσεις φιλανθρωπίας αλλά ντρέπονται να πάνε στην Αλληλεγγύη ή στο κατηχητικό. Αφήστε μας ήσυχους να κάνουμε ό,τι θέλουμε και μη μας λέτε τι είναι σωστό και τι όχι· κρατήστε τα για τον εαυτό σας και αδειάστε μας τη γωνιά.

Η δύναμη προσανατολισμού

Διότι, εκτός των άλλων, ο ηθικισμός είναι και ένας εκ των μεγαλύτερων εχθρών του χιούμορ. Και τα μέλη του terminal, εφόσον δηλώνουν ότι συμπαθούν τον σουρεαλισμό, θα έπρεπε να το ξέρουν αυτό. Ίσως αυτό να τους επέτρεπε να δουν τη γελοιότητα και το φαιδρό του Πλεύρη, αντί να τον δαιμονοποιούν και να τον εξυψώνουν σε μετενσάρκωση του Αδόλφου Χίτλερ[18]. Δεν εκπλησσόμεθα όμως που κάτι τέτοιο δε συμβαίνει: πρόκειται και σε αυτή την περίπτωση, όπως και σ’ εκείνη του Καστοριάδη, για κρούσματα της διαδικασίας αφομοίωσης. Η υιοθέτηση των αρχών του σουρεαλισμού είναι επιφανειακή και ακαδημαϊκή κι έτσι δεν επιτρέπει στο πραγματικό του πνεύμα να επηρεάσει τη δράση της ομάδας. Η μανία τους να βρίσκουν εχθρούς των προστατευόμενών τους τούς έκανε να μεταφράσουν ένα κείμενο που μιλά για τον μισογυνισμό του Breton και των λοιπών σουρεαλιστών. Δεδομένου ότι ο σουρεαλισμός υπήρξε ένα από τα ριζοσπαστικότερα κι επαναστατικότερα κινήματα της πρόσφατης ιστορίας θέλουμε να κάνουμε μια παρατήρηση. Καταρχάς, η μετάφραση αυτού του κειμένου, όταν δεν έχει ειπωθεί –σε τέτοια έκταση τουλάχιστον- τίποτε άλλο περί σουρεαλισμού, συνιστά κίνηση εξόχως αντιδραστική, καθώς εντάσσεται στα πλαίσια της γενικευμένης επίθεσης που έχουν ξεκινήσει εδώ και χρόνια οι ιδεολογικοί εκφραστές του σύγχρονου καθεστώτος ενάντια στις μεγάλες κατακτήσεις του μοντερνισμού –τόσο σε πολιτικό, όσο και σε φιλοσοφικό, ψυχαναλυτικό ή καλλιτεχνικό επίπεδο. Ο σουρεαλισμός σέρνεται στα δικαστήρια της σύγχρονης μετριότητας και καταδικάζεται ως οπαδός του ολοκληρωτισμού, του ανορθολογισμού και –εν προκειμένω- του σεξισμού[19]. Το ίδιο φυσικά συμβαίνει και με το σύνολο των μεγάλων μοντερνιστικών προταγμάτων, καθώς υποτίθεται πως κάθε κίνημα που στοχεύει στον συνολικό μετασχηματισμό της κοινωνίας είναι ολοκληρωτικό. Στα πλαίσια αυτής της χυδαίας επίθεσης ενσωματώνονται και μερικές απ’ τις ιδέες του φεμινισμού του δεύτερου και τρίτου ρεύματος: πλάι στην αντίληψη περί της Δύσης ως πολιτισμού του –εργαλειακού- ορθολογισμού, των κλειστών φιλοσοφικών συστημάτων και των ολοκληρωτικών πολιτικών κινημάτων προστίθεται και το στοιχείο της πατριαρχίας. Έτσι ο σαλτιμπάγκος Derrida, για παράδειγμα, δεν αρκείται να μιλά περί «λογοκεντρισμού», αλλά φτιάχνει την έννοια του φαλλογοκεντρισμού : η Δύση δηλαδή, εκτός από τα παραπάνω, είναι και ο πολιτισμός του λευκού, φαλλοκράτη και macho ορθολογιστή. Οφείλουμε να σημειώσουμε ότι η ασυναρτησία και η γελοιότητα αυτών των διατυπώσεων φανερώνουν την υπόρρητη αίσθηση μηδαμινότητας που βιώνουν οι απολογητές του σύγχρονου καθεστώτος, αίσθηση η οποία τους κάνει να ζηλεύουν τον μοντερνισμό και να του επιτίθενται, χρησιμοποιώντας όποια βλακεία τους έρθει πρώτη –γιατί είναι και πολλές και συνοστίζονται- στο κεφάλι. Στα πλαίσια αυτής ακριβώς της επίθεσης πρέπει να δούμε και τις κατηγορίες εναντίον των σουρεαλιστών –όπως φυσικά και του Freud και της ψυχανάλυσης γενικώς. Δεν λέμε ότι τα κινήματα αυτά ήταν άμεμπτα κι ότι απαγορεύεται να τ’ αγγίζουμε –κάθε άλλο. Πρέπει όμως να ξέρουμε πως και μέχρι που μπορούμε να τους κάνουμε κριτική. Δε μπορούμε να παίρνουμε ονόματα του μεγέθους του Freud και του Breton και να τους κάνουμε κριτική με ύφος εναλλακτικού μεταμοντερνιστή καθηγητή, γιατί μ’ αυτό τον τρόπο ξεφτιλίζουμε την επαναστατική και αυτόνομη παράδοση[20]. Διότι, στο κάτω κάτω της γραφής, τα πατριαρχικά στοιχεία που υπάρχουν στην ψυχανάλυση και τον σουρεαλισμό είναι κατάλοιπα και δείγματα της ανασχετικής επιρροής που ασκούσαν πάνω τους οι σημασίες της εποχής τους. Το να καθόμαστε και να ρίχνουμε το βάρος μας σ’ αυτά –παραβλέποντας άλλωστε και το θεμελιώδες γεγονός πως τόσο ο σουρεαλισμός όσο κι η ψυχανάλυση μας παρέχουν οι ίδιοι τα μέσα για το ξεπέρασμα και την εξουδετέρωση αυτών των στοιχείων-, σημαίνει ότι έχουμε αφήσει το ουσιώδες να πάει για μπάνιο. Αντί να κάτσουμε να μιλήσουμε περί της σημασίας του σουρεαλισμού και της ψυχανάλυσης για τη διάνοιξη της σκέψης και την απελευθέρωση της σεξουαλικότητας, καθόμαστε και ψειρίζουμε την τάδε κουβέντα του Breton και το τάδε σχέδιο του Bellmer: λες κι η ιστορική επιρροή του σουρεαλισμού να συνίστατατο στην ενδυνάμωση των φαλλοκρατικών ιδεών και των ταμπού της πατριαρχίας. Λίγη σοβαρότητα δεν κάνει κακό.

Αυτές οι τελευταίες παρατηρήσεις περί σουρεαλισμού μας αποδεικνύουν ότι τα μέλη του terminal 119 πάσχουν από την έλλειψη αυτού που ο Καστοριάδης αποκαλούσε δύναμη προσανατολισμού. Πρόκειται για μια έννοια που εισάγει στο Μπροστά στον πόλεμο και της οποίας το περιεχόμενο συνίσταται στην ικανότητά μας να προσανατολιζόμαστε εντός του κοινωνικοϊστορικού πεδίου και να διακρίνουμε τι είναι κάθε φορά σημαντικό και τι όχι. Η δύναμη προσανατολισμού είναι ίσως η πιο σημαντική αρετή που οφείλει να διαθέτει μια επαναστατική ομάδα, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στο κομμάτι της κοινωνιολογικής και γενικότερα «θεωρητικής» της ανάλυσης –δεν έχει και πολλά άλλα καθήκοντα εξάλλου. Από τη στιγμή που η πολιτική, νοημένη υπό το φως του αυτόνομου και δημοκρατικού προτάγματος, συνίσταται στην κριτική των σημασιών που υποβαστάζουν τους θεσμούς της εκάστοτε ετερόνομης κοινωνίας, θα πρέπει καταρχήν να μπορούμε να διακρίνουμε αυτές τις σημασίες. Γιατί αν, αντί να επιτιθέμεθα σε αυτές, κυνηγάμε ανεμόμυ(α)λους, τότε δεν κάνουμε τίποτε άλλο απ’ το να βοηθάμε στην ενδυνάμωση του καθεστώτος και των αυταπατών που επιτρέπουν στους ανθρώπους να αποφεύγουν τα ουσιώδη ερωτήματα.

Επί των ημερών μας το βασικό πρόβλημα που οφείλει να επεξεργαστεί το επαναστατικό «κίνημα» (τρομάρα του) είναι αυτό της συνολικής, ανθρωπολογικής απάθειας που, ως συνέπεια και ταυτοχρόνως προϋπόθεση του κενού νοήματος, εμφανίζεται για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία. Η κρίση της διαδικασίας ταύτισης και η δυσπραγία γενικώς του εκκοινωνισμού, η κοινωνική και ψυχική αποσύνθεση και η αδυναμία της σύγχρονης κοινωνίας να δημιουργήσει κάποιο καινούργιο νόημα, σε οποιονδήποτε τομέα κι αν αναφερθούμε, μας θέτουν ζητήματα τεράστιας επιτακτικότητας, των οποίων η σημασία αυξάνεται σε εξαιρετικό βαθμό λόγω της ιστορικής τους πρωτοτυπίας: πρόκειται για ζητήματα που κανένα άλλο κίνημα του παρελθόντος δεν αντιμετώπισε. Δεδομένου μάλιστα ότι αυτή η κατάσταση μπορεί να γίνει αντιληπτή με σαφήνεια μόνο από εμάς (εννοούμε εδώ όλους όσους προσυπογράφουν την ανάλυση του Καστοριάδη)[21], η ανάγκη θεωρητικής της επεξεργασίας και δημιουργίας των μορφών δράσης που είναι συμβατές μ΄ αυτήν γίνεται ακόμη πιο επείγουσα. Παρ’ όλα αυτά, το terminal, το οποίο (αυτό)προσδιορίζεται ως «αυτόνομο», δεν δείχνει να σκοτίζεται και πολύ με όλα αυτά. Τα μέλη του έχουν βολευτεί με το ν’ ασχολούνται με «παραδοσιακού» τύπου θέματα όπως «το Κράτος», ο ιμπεριαλισμός, ο ρατσισμός κι ο σεξισμός, παραβλέποντας αυτό που στις μέρες μας είναι ουσιώδες (παρ’ όλο που το τέταρτο μέρος του σχεδιαγράμματος της απραγματοποίητης τελικά 5ης Τοπολογίας λέει άλλα πράγματα: βλ. την προαναφερθείσα μπροσούρα, σ. 27). Να τι έγραφε στα 1962 ο Καστοριάδης, σε μια πολύ σημαντική φάση της ιστορίας του Socialisme ou Barbarie (οριστικό ξεπέρασμα –από την τάση τουλάχιστον που προσυπέγραφε τις αναλύσεις του Καστοριάδη στο «Επαναστατικό κίνημα στον σύγχρονο καπιταλισμό»- των μαρξιστικών αντιλήψεων και πρακτικών και επίγνωση της ανάγκης δημιουργίας ενός νέου τύπου επαναστατικής ομάδας): «Κατά τα δύο τελευταία χρόνια ο πόλεμος της Αλγερίας χρησίμευσε, πραγματικά, σαν υποκατάστατο μιας αναζήτησης λύσης στα αληθινά πολιτικά προβλήματα (με τη βαθύτερη έννοια: του προσανατολισμού) που μας τίθενται. Αυτό δε συνιστά κριτική της ίδιας της δραστηριότητας σαν τέτοιας, αλλά του γεγονότος ότι αποτελούσε, στην πράξη, τη μόνη δραστηριότητα της ομάδας και το κεντρικό θέμα της προπαγάνδας της. Ήταν λάθος. Και, εν πάση περιπτώσει, από εδώ και στο εξής είναι αδύνατο. Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να λέμε στον εαυτό μας (έστω κι αν το λέγαμε ασυνείδητα): όπως και να έχει η υπόθεση, οφείλουμε να κάνουμε ό,τι μπορούμε ενάντια στον πόλεμο της Αλγερίας και, καθώς δεν μπορούμε να κάνουμε τα πάντα ταυτόχρονα, τα υπόλοιπα θα περιμένουν»[22]. Ακριβώς το ίδιο κάνουν και οι του terminal μόνο που στη θέση του πολέμου της Αλγερίας έχουμε τον αντισημιτισμό και τον σεξισμό. Αντί να κάτσουν να επεξεργαστούν κάποια καινούργια ιδέα για το τι γίνεται γύρω μας και πως θα τοποθετηθούμε απέναντί του, ξοδεύουν το χρόνο τους κάνοντας ιστορικοβιβλιογραφικές μελέτες και διυλίζοντας τον κώνωπα σχετικά με θέματα των οποίων το ουσιώδες θα μπορούσε να ειπωθεί με πολύ λιγότερο κόστος (από άποψη σπατάλης χρόνου και έργου). Για παράδειγμα, και χωρίς να θέλουμε να μειώσουμε την αξία των εργασιών τους αυτών καθαυτών –αφού συμβάλλουν στον αγώνα ενάντια στον αναρχικό και αριστερό εθνικισμό/αντισημιτισμό-, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι το κομμάτι του πρώτου τεύχους του terminal που αναφέρεται στον «τζιχαντισμό» δεν προσφέρει, από πολιτικής απόψεως, και πολλά παραπάνω από μια απλή προκήρυξη επί του θέματος (όπως αυτή που κυκλοφορήσαμε εμείς πριν τρία χρόνια με τίτλο «Το Ισλάμ και η Δύση»: βλ. στη σελίδα http://autonomyorbarbarism.blogspot.com/2007/01/blog-post_20.html ).

Ταυτόχρονα πρέπει να επιμείνουμε και σε κάτι ακόμα. Η εμμονή του terminal να ασχολείται με «μερικά» ζητήματα όπως ο ρατσισμός και ο αντισημιτισμός δείχνει αδυναμία κατανόησης του επαναστατικού προτάγματος ως προτάγματος που θέτει το ζήτημα των θεσμών της κοινωνίας κατά τρόπο συνολικό. Άν είμαστε με την αυτονομία, οφείλουμε να διαυγάσουμε τον τρόπο με τον οποίο τα διάφορα μερικά κινήματα –ή τουλάχιστον τα ριζοσπαστικά τους στοιχεία- μπορούν να αρθρωθούν στα πλαίσια ενός προτάγματος με ολική στόχευση όπως το δικό μας. Πρέπει, με άλλα λόγια, να τραβάμε τα μερικά κινήματα προς τη μεριά μας κι όχι να κάνουμε εμείς παραχωρήσεις σ’ αυτά. Κι αυτό για δύο λόγους. Πρώτον, επειδή με αυτό τον τρόπο βλάπτουμε το ίδιο το πρόταγμα της αυτονομίας, αφού, εξαιτίας των παραχωρήσεών μας, δεν κάνουμε την κριτική που χρειάζεται στις αντιδραστικές πλευρές των μερικών κινημάτων –με πρώτη και καλύτερη ακριβώς την επιμονή τους στη «μερικότητά»- και σαν συνέπεια αμβλύνουμε τη ριζοσπαστικότητα των δημοκρατικών ιδεών, τραβώντας τις προς τον συντηρητισμό. Δεύτερον, μην προσπαθώντας να εντάξουμε κατά τρόπο οργανικό και συνεκτικό τα διάφορα επιμέρους κινήματα στο συνολικό μας πρόταγμα, τα καταξιώνουμε ως κινήματα μερικά, πράγμα που μας οδηγεί, από ένα σημείο κι έπειτα τουλάχιστον, στον μεταμοντερνισμό και στην (χ)ιδεά των εκπροσώπων του ότι πρέπει να αγωνιζόμαστε μόνο τμηματικά, καθώς η ολικότητα ενός προτάγματος είναι στοιχείο που οδηγεί στον ολοκληρωτισμό. Το terminal υποπίπτει και στα δύο αυτά λάθη, καθώς υποστηρίζει την ίδια στιγμή δύο διαφορετικά πράγματα, τα μερικά κινήματα -ή τουλάχιστον: τα κινήματα που διαθέτουν κάποιο προνομιακό αντικείμενο (μετανάστες, φεμινισμός, αντισημιτισμός κλπ)- και το πρόταγμα της αυτονομίας, δίχως όμως να επιχειρεί την παραμικρή σύνδεση μεταξύ τους. Υποτίθεται πως κάτι τέτοιο καλύπτεται απ’ τη θεωρία του Καστοριάδη περί της συνολικότητας του προτάγματος της αυτονομίας· αμ δε: ο αναρχοφεμινισμός, για παράδειγμα, (στις ακραίες μορφές του τουλάχιστον) είναι ασυμβίβαστος με το πρόταγμα της αυτονομίας. Διότι δεν πρόκειται εδώ απλώς για την υποστήριξη της γυναικείας απελευθέρωσης ή της πάλης κατά του αντισημιτισμού, αλλά για την υποστήριξη συγκεκριμένων θέσεων και πολιτικών επί αυτών των ζητημάτων, οι οποίες είναι απαράδεκτες από δημοκρατικής απόψεως. Αυτό δεν είναι τυχαίο. Το φαντασιακό της προστασίας ή της υποστήριξης συγκεκριμένων ομάδων «αναξιοπαθούντων» δεν ενδιαφέρεται τόσο να καταργήσει τις διακρίσεις και τα κριτήρια που καθιστούν αυτές τις ομάδες ξεχωριστές και διακριτές (από άποψη εθνικότητας, φύλου κλπ), όσο να αυτοεπιβεβαιώνεται με το να σπαταλάει το χρόνο του «όντας αλληλέγγυο» σ’ αυτές. Η κατάργηση των εθνικών ή φυλετικών κριτηρίων διαχωρισμού των ανθρώπων υποτίθεται ότι είναι ο μακροπρόθεσμος στόχος, ο οποίος θα πραγματοποιηθεί μόνο με την έλευση της επανάστασης. Επειδή όμως η επανάσταση μάλλον έχει καθυστερήσει κάπως, οι ομάδες υποστήριξης/αλληλεγγύης λένε ότι δε μπορούμε να αφήνουμε τα προβλήματα να υπάρχουν, περιμένοντας απλώς την επανάσταση. Αυτή η ιδέα είναι φυσικά σωστή. Το πρόβλημμα όμως είναι ότι, εν προκειμένω, ο συλλογισμός που τη στηρίζει τραβιέται στα άκρα. Με αυτό τον τρόπο το terminal και όλοι όσοι υποστηρίζουν το εν λόγω φαντασιακό αποφεύγουν να θέσουν σε αυτές τις ομάδες το ζήτημα της αυτονομίας, δήθεν από φόβο πως αν ζητήσουμε την κατάργησή τους, θα πάμε de facto με το μέρος των διωκτών τους: να μην λέμε δηλαδή ότι μια διεθνιστική πολιτική θα έπρεπε να υποστηρίζει –καταρχήν τουλάχιστον- την κατάργηση του Ισραήλ και την αντικατάστασή του από ένα ενιαίο ισραηλοπαλαιστινιακό κράτος, επειδή το Ισραήλ είναι το μόνο μέσα στο οποίο οι Εβραίοι είναι ασφαλείς· να μη λέμε επίσης ότι οι Εβραίοι τυγχάνει πολλές φορές να είναι εθνικιστές ή θρησκόληπτοι, επειδή έτσι κάνουμε πλάτες στον αντισημιτισμό· να μη λέμε ότι οι ακραίες φεμινίστριες είναι πουριτανές και σεξίστριες, γιατί έτσι υποστηρίζουμε τη φαλλοκρατία· να μην απαιτήσουμε, τέλος, από τους μετανάστες να μην κατεβαίνουν στις πορείες με τις εθνικές τους σημαίες, γιατί με αυτό τον τρόπο πάμε με τον ελληνικό εθνικισμό. Πρόκειται περί σταδιακής διολίσθησης στη γνωστή λογική του διπολισμού, ενάντια στην οποία αγωνίστηκε ολόκληρη τη ζωή του ο Καστοριάδης. Να πούμε τέλος ότι το σκεπτικό του terminal που δικαιολογεί τη μανιώδη επιμονή στα ζητήματα του σεξισμού και του αντισημιτισμού βασίζεται στην ιδέα ότι η επίκληση της ολικότητας χρησιμοποιείται απ’ τους αναρχικούς προκειμένου να συγκαλύψει την ανεκτικότητά τους –ή την υποστήριξή τους- απέναντι σ’ αυτά τα προβλήματα. Νομίζουμε ότι αυτή η διαπίστωση, η οποία είναι φυσικά σωστή, δε δικαιολογεί σε καμιά περίπτωση αυτή την επιμονή. Στοιχειώδεις γνώσεις πάνω στο ποιοι συμμετέχουν στις αναρχικές και αριστεριστικές ομάδες θα έπρεπε να μας κάνουν να θεωρούμε αυτονόητο ότι εκεί μέσα κυριαρχεί ο σεξισμός, ο εθνικισμός και ο ρατσισμός. Και ακριβώς γι’ αυτό είναι που οφείλουμε να διακόψουμε κάθε σχέση με αυτούς τους κύκλους και να προσπαθήσουμε να επεξεργαστούμε ιδέες και μέσα πάλης εμπνευσμένα από τις ιδέες της αυτονομίας.

Αυτή η κατάσταση έχει τεράστια σημασία, καταρχήν επειδή συμβάλλει, όπως είπαμε, στη συγκάλυψη του βασικού προβλήματος της εποχής. Κατά δεύτερον, επειδή τα θέματα με τα οποία ασχολείται το terminal θα μπορούσε να τα θίξει και μια σοβαρή και δημοκρατική αναρχική ομάδα. Τέλος –και αυτό είναι το σημαντικότερο-, επειδή το καθεστώς ασημαντότητας, ο πρωτόγνωρος κοινωνικοϊστορικός σχηματισμός που βιώνουμε στις μέρες μας, επηρεάζει με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο τα προβλήματα που μας κληροδότησε η παραδοσιακού τύπου ετερονομία, μέρος των οποίων είναι αυτά με τα οποία ασχολείται το terminal. Το κενό νοήματος και η κρίση της διαδικασίας ταύτισης υπονομεύουν την ικανότητα των ατόμων να επενδύουν και να ενδοβάλλουν τους θεσμούς και τα κοινωνικώς προσφερόμενα νοήματα. Με αυτόν τον τρόπο όλες οι παραδοσιακές ιδέες που έχουν βγει στη μόστρα σήμερα (εθνικισμός, θρησκεία, ερωτικός πουριτανισμός κλπ) διαφέρουν ουσιωδώς, ως προς τη μορφή και τη συνεκτικότητά τους, από τα κλασικά τους πρωτότυπά. Είναι άδειες από φαντασιακό, δίχως νοηματικό βάθος και ανίκανες να κινητοποιήσουν τους ανθρώπους. Η προσχώρηση σε αυτές γίνεται κατά τρόπο επιφανειακό, ως μια προσπάθεια να βρούμε νόημα, γραπωνόμενοι από κάτι πιο σίγουρο και σταθερό από τον γενικό αχταρμά που συνιστά το καθεαυτό σύγχρονο φαντασιακό. Η έννοια του lifestyle αυτό ακριβώς το νόημα έχει. Ο περιορισμένος διανοητικός ορίζοντας του Bookchin φαίνεται εν προκειμένω απ’ το ότι απέτυχε να ερμηνεύσει σωστά το φαινόμενο, παρόλο που το εντόπισε: αντί να προβεί σε μια ανάλυση παραπλήσια μ’ αυτή του Καστοριάδη ή του Lipovetsky, προσπάθησε να περιστείλει το φαινόμενο του lifestyle –στην αναρχική του έκφανση- στον παραδοσιακό ατομικισμό του Stirner και του Nietzsche, ο οποίος υποτίθεται ότι κυριάρχησε ιστορικά στο αναρχικό κίνημα.

Παράβλεψη όμως του lifestyle χαρακτήρα με τον οποίο κάνουν σήμερα οι άνθρωποι ό,τι κάνουν σημαίνει ότι χάνεται το μέτρο εκτίμησης των καταστάσεων. Το παράδειγμα του αντισημιτισμού, το οποίο εξάλλου μας έδωσε και την αφορμή της όλης διένεξης, είναι αρκετό για να περιγράψουμε αυτό που λέμε. Το terminal δαιμονοποιεί τον Πλεύρη και θέλει να παρουσιάζει τον αντισημιτισμό ως έναν υπαρκτό και πολύ σημαντικό κίνδυνο της εποχής μας. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει σε καμία περίπτωση, καθώς, όπως και κάθε άλλη αξία αυτού του είδους, ο αντισημιτισμός επανέρχεται περιοδικά απλώς και μόνον ως ένα απ’ τα πολλά κατάλοιπα του παρελθόντος: όπως, ακριβώς λόγω της κρίσης της διαδικασίας ταύτισης, δεν υπάρχει πια κίνδυνος αναζωπύρωσης της θρησκείας και των ολοκληρωτικών κινημάτων[23], έτσι κι ο αντισημιτισμός δεν είναι κάτι που μπορεί να ριζώσει. Εξάλλου, ο αντισημιτισμός στον οποίο κατά βάση αναφέρεται το termninal (στα σχετικά άρθρα του περιοδικού του) δεν είναι ένας «θετικός» και αυτοδύναμος αντισημιτισμός, αλλά μάλλον μια έμμεση και υπονοούμενη μορφή του, κυρίως στα πλαίσια της ταύτισης των εβραίων με τους «αμερικάνους» και τη «Δύση» που γίνεται απ’ τους ακροδεξιούς και τους αριστεριστικούς κύκλους. Αυτό που το terminal αποκαλεί αντισημιτισμό είναι, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, η επέκταση του αντιαμερικανισμού στους ισραηλινούς, υπό το σκεπτικό πως αποτελούν τους βασικούς συμμάχους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Αυτό που χρειάζεται να τονιστεί είναι ότι το μίσος στρέφεται ως επί το πλείστον κατά του Ισραήλ, ως κράτους που εξυπηρετεί τα αμερικανικά συμφέροντα, κι όχι ενάντια στους εβραίους γενικώς, όπως γινόταν στο παρελθόν. Μόνο το λεγόμενο «εβραϊκό λόμπυ» της Αμερικής εξαιρείται κι αυτό όμως επειδή υποτίθεται ότι καθορίζει παρασκηνιακά την αμερικανική πολιτική. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει πλέον ο παλαιότερος αντισημιτισμός που οδηγούσε σε επιθέσεις ενάντια σε εβραϊκές κοινότητες και ο οποίος εμπνεόταν από την εμμονή ότι οι Εβραιοί εισχωρούν σιγά σιγά, καταλαμβάνοντας τις θέσεις κλειδιά, με σκοπό να αλλοιώσουν την εθνική ταυτότητα του εκάστοτε λαού. Ο αντισημιτισμός που οδήγησε στο Ολοκαύτωμα έχει τα χαρακτηριστικά αυτής της τελευταίας μορφής και ήταν διάχυτος στην Ευρώπη καθόλο το πρώτο μισό του 20ού αιώνα -γι’ αυτό εξάλλου κι αποτελεί ένα απ’ τα θέματα των μεγάλων, μη γερμανών, συγγραφέων της εποχής όπως ο Joyce ή ο Proust. Ο σύγχρονος αντισημιτισμός δε θα οδηγούσε ποτέ στην πόλωση που προκλήθηκε στη Γαλλία με την υπόθεση Ντρέιφους. Είναι περισσότερο δουλειά των αριστεριστών, των ακροδεξιών και φυσικά των ισλαμιστών, για εντελώς διαφορετικούς όμως λόγους. Η πραγματική λαϊκή του βάση είναι σχεδόν ανύπαρκτη και γι’ αυτό ακριβώς δεν οδηγεί σε πράξεις βίας. Στον βαθμό που έχουμε σχετικά κρούσματα, πρέπει να τα εντάξουμε στα πλαίσια της γενικότερης αύξησης της βίας που παρατηρείται εσχάτως στο εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών. Στην προκειμένη περίπτωση οι ναζιστικές και λοιπές αντισημιτικές και ρατσιστικές ιδεολογίες είναι περισσότερο προφάσεις που επιτρέπουν την άσκηση βίας εναντίον άλλων ομάδων και αυτός είναι άλλωστε ο λόγος για τον οποίο συνδέονται τόσο συχνά με τον χουλιγκανισμό. Αυτή η διαπίστωση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι για την ρατσιστική βία –και όχι απλώς για τις ρατσιστικές ιδέες, αν και το terminal δεν αποδέχεται αυτή τη διάκριση- που έχουμε να αντιμετωπίσουμε σήμερα, πρέπει να έχουμε στο νου μας όλα αυτά που είπαμε για την κατάρρευση των αξιών και το κενό νοήματος κι όχι να δαιμονοποιούμε τον κάθε γραφικό, που άλλωστε δεν τον ξέρει ούτε η μάνα του. Με αυτό δε θέλουμε φυσικά να πούμε ότι για κάθε συγκεκριμένο μεμονωμένο περιστατικό πρέπει να αναφερόμαστε στο μακροκοινωνικό επίπεδο, συγκαλύπτοντας τελικά το ίδιο το γεγονός –αυτό θα ήταν ατόπημα ανάλογο μ’ αυτά που προσάπτουμε στο terminal, έστω κι αν θα προερχόταν από την άλλη πλευρά· αυτό στο οποίο, αντιθέτως, θέλουμε να επιμείνουμε είναι ότι η απόδοση κεντρικής σημασίας σε τέτοια ζητήματα μας αποπροσανατολίζει από τα ουσιαστικά προβλήματα, τόσο της κοινωνίας γενικώς, όσο και ημών, ειδικότερα, ως επαναστατών που προσπαθούμε να προωθήσουμε το πρόταγμα της αυτονομίας: κανείς δεν αρνείται τη σημασία του Ολοκαυτώματος και του αντισημιτισμού· απλώς, από επαναστατικής απόψεως, το ουσιώδες βρίσκεται αλλού. Και χρέος μας είναι να τσακιστούμε να το βρούμε.

Και, τέλος, ας κάνουμε κι ένα σχόλιο εν είδει καλαμπουριού, στην προσπάθειά μας να καταστήσουμε κατανοητό τι εννοούμε όταν λέμε ότι το termninal δεν έχει αντιληφθεί το πνεύμα της αυτονομίας. Απαντώντας μας σε μια επιστολή όπου είχαμε μιλήσει για τον «βιασμό της γλώσσας» από μέρους αυτών που χρησιμοποιούν τον σύγχρονο, βερμπαλιστικό τρόπο γραφής, το terminal μας είχε πει ότι «Όσο αφορά το ζήτημα της γλώσσας και της κατηγορίας περί βιασμού της, η κατηγορία περί «βιασμού» των φιλοσοφικών εννοιών από μέρους μας θα επιστραφεί σε σας ως διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Εμείς μόνο έναν βιασμό ξέρουμε, τη γνωστή πράξη βαρβαρότητας πάνω στο υποκείμενο-γυναίκα την οποία η παρούσα δημοκρατία προωθεί ποικιλοτρόπως ως ιδιωτική υπόθεση, ως ερωτικοποιημένη βία, ως καταναγκαστική ετερο-σεξουαλικότητα κτλ. Το να ονομάζουμε «βιασμό» τη διαστρέβλωση των φιλοσοφικών όρων σημαίνει να ακυρώνουμε το τι σημαίνει στην πραγματικότητα βιασμός. Αποδυναμώνουμε, μυστικοποιούμε και κλέβουμε την λέξη από τα στόματα όλων αυτών που έχουν δικαίωμα να τη χρησιμοποιούν και είναι και οι μόνες –όχι τυχαία- που δεν την χρησιμοποιούν» (επιστολή 12/6/2006). Προφανώς για μας κάτι τέτοιο είναι αστείο. Υπενθυμίζουμε όμως στο terminal ότι ο Καστοριάδης είχε πει κάποτε το εξής: «Η λέξη αυτονομία, όπως όλες οι άλλες λέξεις και ιδέες της εποχής μας, έχει εκπορνευτεί»[24]. Συνεπώς κι ο Καστοριάδης στερεί τα θύματα του trafficking απ’ τη δυνατότητα να εκφράσουν την καταπίεση που βιώνουν κι έτσι ρέπει κι αυτός προς το σεξισμό και τη φαλλοκρατία. Είμαστε δηλαδή όλοι σεξιστές και πρέπει ν’ αυτομαστιγωθούμε για να καθαρθούμε απ’ το μίασμα. Σε λίγο θα μας απαγορευθεί και να μιλάμε. Να μη λέμε «θα του γαμήσω την Παναγία» ή «πω πω, μας γάμησε στην πολυλογία», γιατί έτσι προωθούμε τον σεξισμό.

ΖΗΤΩ ΤΟ ΧΙΟΥΜΟΡ, ΚΑΤΩ Ο (Π)ΗΘΙΚΙΣΜΟΣ

__________________________________

[1] Διότι ως προς τη στενά πολιτική (τουτέστιν συνταγματική-νομική) πλευρά τους τα σύγχρονα καθεστώτα είναι φιλελεύθερα ολιγαρχικά. Εξαιτίας όμως του κενού νοήματος και της χρεοκοπίας όλων ανεξαιρέτως των αξιών του παρελθόντος, ο φιλελευθερισμός είναι στις μέρες μας ένα υπόλειμμα του παρελθόντος, ένα κενό γράμμα, και σε καμία περίπτωση η έκφραση του ζωντανού φαντασιακού της κοινωνίας.

[2] Βλ. το ομώνυμο κείμενο του Καστοριάδη απ’ τη Γαλλική κοινωνία. Εκείνη η γενιά των σαλτιμπάγκων έχει αντικατασταθεί στις μέρες μας από ονόματα όπως αυτά των Žižek, Lyotard, Agamben, (V)atimo, Derrida κλπ. Αρχηγός των Ελλήνων σαλτιμπάγκων είναι ο Φ. Τερζάκης.

[3] Βλ. τι γράφουν περί «συλλογικής σκέψης» στην μπροσούρα τους Σχετικά με τη (φερέλπιδα) συλλογικότητα TRISTERO κσι την (απελπισμένη) διάλυσή της, σ. 8, 23, 25 κλπ.

[4] Βλ. το άρθρο μας «Τα θύματα του ολοκληρωτισμού ξαναδολοφονούνται» (http://autonomyorbarbarism.blogspot.com/2007/01/blog-post_484.html) όπως επίσης και το κείμενο «Κάτω ο πουριτανισμός» (http://autonomyorbarbarism.blogspot.com/2007/05/blog-post_09.html) που βγάλαμε πριν από κάποιους μήνες με αφορμή την απαγόρευση, από πλευράς εισαγγελέα, διακίνησης πορνογραφικού υλικού απ’ τις εφημερίδες. Πρόσφατα το εν λόγω κείμενο έτυχε έντονου σχολιασμού στο indymedia της Αθήνας (http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=744306#744662), καθώς μια φεμινοφασίστρια, οπαδός της Dworkin, μας είπε σεξιστές, φαλλοκράτες, οπαδούς του βιασμού και όλα τα σχετικά.

[5] Και για να τελειώνουμε με τις γελοίες αντιρρήσεις των ολιγαρχικών λέμε ότι, μιλώντας περί «επιλογής», δεν εννοούμε φυσικά μια συνειδητή και διαυγή διαδικασία απόφασης, αλλά ένα είδος ασυνείδητης διαδικασίας, ακριβώς σαν αυτή που έχει κατά νου ο Freud, χρησιμοποιώντας την έκφραση επιλογή ερωτικού αντικειμένου : το αν θα γίνει κανείς ομοφυλόφιλος ή ετεροφυλόφιλος δεν είναι κάτι που το επιλέγουμε «συνειδητά», καθώς, ως γνωστόν, πριν από την επίλυση του οιδιπόδειου συμπλέγματος δεν έχει ολοκληρωθεί η οικοδόμηση του Εγώ. Παρ’ όλα αυτά, βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα πλάσμα που στρέφεται προς κάποια κατεύθυνση, απορρίπτοντας κάποια άλλη. Το ίδιο ισχύει και σε ακόμη πιο ακραίες περιπτώσεις: τι είναι αυτό που κάνει τα περισσότερα μωρά να υφίστανται επιτυχώς τη διαδικασία εκκοινωνισμού, ενώ κάποια άλλα, πολύ λιγότερα, παθαίνουν νευρική ανορεξία και πεθαίνουν ή στρέφονται στην ψύχωση; Όπως και να το πει κανείς, έχουμε σε όλες τις περιπτώσεις μια επιλογή, με την πιο βαθιά και ταυτόχρονα πιο στοιχειώδη έννοια του όρου.

[6] «Το δικαίωμα του να είσαι φασίστας». Στις Σημειώσεις για το τρεμάμενο σώμα, Αθήνα, Τυπωθήτω, 2006, σ. 137. Επίσης στη σελίδα: http://www.triaridis.gr/keimena/keimD031.htm. Ακριβώς το ίδιο λέει κι ο Pierre Vidal-Naquet σ΄ένα άρθρο του όπου κάνει κριτική στους λανθασμένους τρόπους πάλης κατά του αντισημιτισμού και του ιστορικού ρεβιζιονισμού («Du côté des persécutés» στη σελίδα: http://www.anti-rev.org/textes/VidalNaquet81c/): «Τίποτε δε θα ήταν χειρότερο απ’ το να μετατρέψουμε τον αρχηγό της σέχτας σ’ ένα είδος εξιλαστήριου θύματος για τα εγκλήματα μιας άλλης εποχής [μιλώντας για το κάψιμο κάποιων ρεβιζιονιστικών βιβλίων]».

[7] Ο οποίος βέβαια δεν έχει καμία σχέση με τους σαλτιμπάγκους οποιουδήποτε είδους.

[8] Βλ. επί τούτου το κείμενό μας: "Για το ρατσισμό" .

[9] Βλ. σχετικό άρθρο του Ιού.

[10] Βλ. το προαναφερθέν άρθρο μας «Τα θύματα του ολοκληρωτισμού ξαναδολοφονούνται».

[11] Από την πλευρά μας θεωρούμε το ζήτημα της πνευματικής ανοιχτότητας θεμελιώδες. Γι’ αυτό είχαμε γράψει και σχετικό κείμενο, πρίν από κάποιο καιρό, αλλά δεν το δημοσιεύσαμε ως ομάδα, εξαιτίας του φόβου των παρεξηγήσεων που –κατά πάσα πιθανότητα- θα προκαλούσε. Πρόκειται για το κείμενο «Επιθυμία, πράξη και ανθρώπινη υπευθυνότητα» (http://imaginaireradical.blogspot.com/2007/05/blog-post_09.html).

[12] Βλ. μαζί με τους «Σαλτιμπάγκους» τη σελίδα 133 του κειμένου «Η προδρομική επανάσταση» επίσης από τη Γαλλική κοινωνία.

[13] Βλ. σχετικά Κ. Καστοριάδης, «Η διακοπή της έκδοσης του Socialisme ou Barbarie» στην Πείρα του εργατικού κινήματος ΙΙ, μτφρ. Β. Ψιμούλη, Ζ. Χριστοφίδου, Αθήνα, Ύψιλον, 1984, σ. 296. Η γοητεία του lifestyle για την οποία μιλήσαμε έγκειται στο ότι προσφέρει έναν χώρο θετικού εκκοινωνισμού στη θέση του αντίστοιχου χώρου που ήταν το εξαφανισμένο πλέον επαναστατικό κίνημα. Στις μέρες μας η κατάρρευση του επαναστατικού κινήματος κι η μαζική και συνολική απάθεια που επικρατεί αναγκάζει αυτούς που θέλουν να συνεχίσουν να ασχολούνται με την πολιτική να παραμένουν απομονωμένοι και αποκομμένοι, στο πραγματικό περιθώριο της κοινωνίας.

[14] Η οποία δε διαφέρει τελικά σε πολλά σημεία απ’ αυτά που κάνουν οι επαγγελματίες σχολιαστές. Όπως ευθύς εξαρχής έσπευσε να δηλώσει το terminal, ένας από τους στόχους του είναι να γράψει μια εκλαϊκευτική μελέτη για τις ιδέες του Καστοριάδη (βλ. την προαναφερθείσα μπροσούρα του, σ. 86). Την ίδια στιγμή, εδώ και κάποιον καιρό, τα μέλη του προετοίμαζαν μας εκδήλωση περί Καστοριάδη με απολύτως διδακτικό και ακαδημαϊκό προσανατολισμό: θα ερχόταν ένας ειδήμονας στον Καστοριάδη και θα μας έκανε μάθημα απ’ το πάνελ. Χρησιμοποιούμε δυνητικό λόγο, επειδή απ’ όσο ξέρουμε τελικά η εκδήλωση μάλλον δε θα λάβει χώρα. Αν κάνουμε λάθος, ας μας διορθώσει το terminal.

[16] Να πούμε επί τη ευκαιρία ότι, παρ’ όλο που διαφωνούμε πλήρως με τη συγκεκριμένη δράση του terminal, δε μπορούμε παρά να υπερασπιστούμε μέχρις εσχάτων το δικαίωμά τους στην ελευθερία του λόγου –κι εν προκειμένω της διαδήλωσης-, ενάντια στους τοπικούς τραμπούκους πους τους επιτέθηκαν. Το λέμε αυτό για να δείξουμε ότι δε μπορεί απ’ τη μια πλευρά το terminal να παραπονιέται –σωστά- για τη συμπεριφορά των κάφρων της Αμαρύνθου, που τους επιτέθηκαν με σκοπό να τους αποτρέψουν απ’ το να πουν δημοσίως τις ιδέες τους, ενώ από την άλλη κάνει κάτι ανάλογο, ζητώντας την καταδίκη του Πλέυρη.

[17] Όπως λέει η Jenna Jameson, η μεγαλύτερη πορνοστάρ των ημερών μας, «Αυτό που ήθελα ήταν να γίνω αστέρι των ταινιών για ενήλικες». Συνεχίζει λέγοντας ότι, παρόλη την αποδοχή της από την mainstream κουλτούρα που έχει αρχίσει να γνωρίζει εσχάτως, ποτέ δε σκέφτηκε να παρατήσει τη δουλειά της καθώς «θα μου έλειπε το σεξ. Η πρώτη μου αγάπη είναι το σεξ, όχι η ηθοποιία. Δεν είμαι η Meryl Streep» (http://www.papermag.com/?section=article&parid=269&page=2). Κάτι ανάλογο λέει και μια πορνοστάρ της παλιότερης γενιάς, η Juliet Anderson, όταν, περιγράφοντας τα γυρίσματα της πρώτης της ταινίας, εμμένει στο γεγονός πως δε χρειαζόταν να υποκριθεί ότι έφτανε σε οργασμό, για τον απλούστατο λόγο ότι έφτανε πράγματι σε οργασμό: http://www.auntpeg.com/pornodebut.html. Καλόν είναι οι επίδοξοι διώκτες της πορνογραφίας να κάτσουν να διαβάσουν κανένα βιβλίο ή καμιά συνέντευξη των ίδιων των πρωταγωνιστών ή να δουν καμιά ταινία πορνό πριν βγουν να μας κουνήσουν το δάχτυλο, μιλώντας στ’ όνομά τους. Επί τη ευκαιρία, και για την απόκρουση πιθανών μελλοντικών επιθέσεων εναντίον μας σχετικά με το ζήτημα της πορνογραφίας, ξεκαθαρίζουμε ότι οι απόψεις μας επί του θέματος κινούνται στο ίδιο πνεύμα με αυτές ομάδων όπως οι Feminists for Free Expression. Βλ. πχ το σχετικό τους κείμενο: http://www.ffeusa.org/html/statements/statements_pornography.html .

[18] Σε μια συνέντευξή του ο Pierre Vidal-Naquet είχε πει ότι αρνείται να πάρει στα σοβαρά τους ρεβιζιονιστές –ή «αρνητιστές» όπως τους αποκαλεί- ιστορικούς, καθώς τους θεωρεί τσαρλατάνους: είναι για τον ιστορικό ό,τι ο αστρολόγος για τον αστρονόμο (http://www.humanite.fr/1990-06-07_Articles_-AU-SERVICE-DU-RACISME). Παραθέτουμε επανειλημμένως τον Vidal-Naquet, διότι, πέραν του ότι είχε ασχοληθεί ιδιαιτέρως με το ζήτημα του αντισημιτισμού σε πρακτικό επίπεδο, τον ανέφερε κι ένα μέλος του terminal –σε κουβέντα του μ’ έναν δικό μας- προς επίρρωση των απόψεών τους. Κάτι τέτοιο μας έκανε εντύπωση, διότι, απ’ τα κείμενά του που τουλάχιστον γνωρίζουμε, θεωρούμε ότι ο Vidal-Naquet ήταν γενικά αρνητικός απέναντι στην παρέμβαση των δικαστηρίων σε τέτοιου είδους ζητήματα (τουλάχιστον σε ό,τι αφορά σε χώρες πέραν της Γερμανίας).

[19] Βλ. για παράδειγμα το τελευταίο βιβλίο του Wolin Η γοητεία του ανορθολογισμού. Το ειδύλλιο της διανόησης με τον φασισμό, από τον Νίτσε στον μεταμοντερνισμό, μτφρ. Μ. Φιλιππακοπούλου, Αθήνα, Πόλις, 2007, σσ. 300-301 για τον Breton, αλλά και την ανάλυση του πίνακα του De Chirico που έβαλε ο συγγραφέας στο εξώφυλλο· το βιβλίο του J. Clair Du surréalisme considéré dans ces rapports au totalitarisme et aux tables tournantes (Mille et une nuits, 2006) και την ανάλυση τέλος του Restany, σύμφωνα με την οποία η σχέση του σουρεαλισμού με τον τροτσκισμό τον εντάσσει στον ολοκληρωτισμό.

[20] Για παράδειγμα το κείμενο περί σουρεαλισμού που μετέφρασαν οι του terminal (http://www.terminal119.gr/show.php?id=337 ) χρησίμευσε ως επιχείρημα στη «φεμινίστρια» που αναφέραμε στην υποσημείωση 4. Μπορούμε επίσης να αναφέρουμε, ως παράδειγμα της διάδοσης των μεταμοντερνιστικών ασυναρτησιών αυτού του είδους, τις αηδίες που λέει σε μια του συνέντευξη το υποκείμενο ονόματι «Δημήτρης Παπαϊωάννου» (Ταχυδρόμος, 17/02/1007, τεύχ. 364, σ. 35, δικιά μας η υπογράμμιση): «Αυτό που είναι δυτικό και αρσενικό είναι το “to do”, “να κάνεις” δηλαδή. Υπάρχει όμως και το “let happen”. “Να το αφήσεις να συμβεί”». Ανάλογη σύνδεση του μοντερνισμού με το «αρσενικό» και του μεταμοντερνισμού με το «θηλυκό» κάνει κι ο Lyotard, όταν λέει ότι η μεταμοντέρνα στάση συνίσταται στο «να εγκαταλείψουμε την αρρενωπή στάση και να κατανοήσουμε τη θηλυκότητα, τη βλακεία, την τρέλα διαφορετικά απ’ ότι ως κακά» (απ’ την Économie libidinale, όπως την παραθέτει ο Jean-Louis Prat, Introduction à Castoriadis, Παρίσι, La Découverte, 2007, σ. 24).

[21] Στην επαναστατική τους προοπτική τουλάχιστον, διότι κατά τ’ άλλα αρκετοί κοινωνιολόγοι και ψυχαναλυτές τα ‘χουν επισημάνει, βασιζόμενοι ως επί το πλείστον στον Καστοριάδη: βλ. πχ το άρθρο του Γ. Στεφανάτου «Ο άνθρωπος ζει στα όρια των δυνάμεών του» (Ελευθεροτυπία, 19/03/05) ή όσα γράφει η Άννα Ποταμιάνου στο κείμενό της «Το νήμα μέσα στον λαβύρινθο» (Ψυχή, Λόγος, Πόλις: αφιέρωμα στον Κορνήλιο Καστοριάδη, Αθήνα, Όμιλος φίλων του Κ. Κ. και Ύψιλον, 2007, σσ. 29-31). Οι αναλύσεις του Lipovetsky επίσης είναι ιδιαιτέρως εύστοχες και ορθές ως προς το ουσιώδες τους.

[22] Κ. Καστοριάδης, «Για έναν καινούργιο προσανατολισμό», Η πείρα του εργατικού κινήματος ΙΙ: προλεταριάτο και οργάνωση, ό. π., σσ. 183-184.

[23] Πράγμα εξάλλου που καθιστά άχρηστη όλη τη σύγχρονη φιλελεύθερη φιλολογία η οποία συμπυκνώνεται στο επιχείρημα: απαγορεύεται να είμαστε ενάντιοι του Κράτους, της φιλελεύθερης ολιγαρχίας και του κυνοβουλευτισμού, γιατί έτσι διολισθαίνουμε προς τον φασισμό. Βλ. τι ωραία που τα λέει επί τούτου ο Καστοριάδης στο «Ψυχανάλυση και κοινωνία ΙΙ» του Καιρού (μτφρ. Κ. Κουρεμένος, Αθήνα, Ύψιλον, 2000, σσ. 101-102) όπου, εκτός των άλλων, μιλά και για την αλλαγή της συμπτωματολογίας που παρατηρείται σήμερα (σ. 93). Περί του απίθανου μιας θρησκευτικής αναζωπύρωσης βλ. Φιλοσοφία και επιστήμη, Αθήνα, Ευρασία, 2003, σσ. 142-143.

[24] Από τη συνέντευξη στο Παρασκήνιο. Τώρα στο Του Κορνήλιου Καστοριάδη, επιμέλεια Tέτα Παπαδοπούλου, Αθήνα, Πόλις, 2001, σ. 48.

24 comments:

no_one said...

Οταν πριν κανα μηνα σας ανακαλυψα υποσχεθηκα στον εαυτο μου οχι να παρακολουθω αλλα να διαβαζω -με την
εννοια του ορου- (οσο κουραστικο και εαν γινεται στιγμες στιγμες,λογω της απουσιας τιτλοποιησης αποσπασματων κανοντας την αναδρομη σε καποια λεγομενα -και ενα επι σημειω διαλογο- δυσκολη/ο) τα κειμενα σας,καθε οποτε μπορω :P.
Oχι τοσο για την συμπλευση στα γραφομενα (αυτη δεν μπορει να ειναι παντοτε ολικη) αλλα κυριως για την ορθη αναπτυξη λογου εξω απο ιδεολογικες ταφρους που εχετε (σπανιο αυτο) και του "οχι
μονο μαυρο-ασπρο,υπαρχουν και γκριζα και κοκκινακια και πρασινακια και κατι μπλεδακια
μουρλια" (LOL δεν μπορουσα να το εκφρασω πιο ανετα αυτην την στιγμη) τροπου σκεψης ο
οποιος τεινει να ειναι το τελευταιο καταφυγιο των ανθρωπων.
(και που δεν ηξερα φυσικα οτι ηταν υπερμαχος ο Κορνηλιος Καστοριαδης- στα ματια μου ηταν απλως ενας φαλακρος τυπος "επιφανης ελληνας του εξωτερικου (sic)" που ζουσε στο παρισι χαιδευοντας τις γατες του αναπολωντας ουτοπιες- χυδαιος χαρακτηρισμος ναι,αλλα τον
αναφερω για να καταλαβετε ποια εικονα εξοστρακισατε απο το μυαλο μου,και χαιρομαι πραγματικα για αυτο το γεγονος)

1)η απαθεια στην οποια αναφερεστε ειναι φυσικο επομενο θα ελεγα.Μετα απο εναν αιωνα τοσων αλλαγων και της προσφορας και ποικιλιας (παλαιων ειναι αληθεια) ιδεολογιων ,δυο ειναι οι αμεσες λυσεις. Ενταξη σε καποια απο αυτες ή "δεν πα στο διαολο.."
Η απαθεια ειναι για εμενα μια ενδειξη οτι η πλειοψηφια της κοινωνιας ξερει (εστω και εν
μερει) τι της γινεται και απλα αρνειται να παιξει σε ενα παιχνιδι που αναγκαστικα πρεπει να φοραει την φανελα καποιας ιδεολογιας,κομματος,ομαδος κτλπ.

2)η αναγωγη του καθε πλευ.. σε αλλο επιπεδο με χαρακτηρισμους σαν και αυτους για νεους χιτλερ απλα προσθετει στην γοητεια τους και προσελκυει (δυστυχως) ενα κοινο.
Αντι για αφορισμους και βια θα μπορουσε να λειτουργησει μια εννοια της μη δρασης περαν απο την αντικρουση των οποιων επιχειρηματων εχουν εκτεθει.
*Σαν τα ναρκωτικα ενα πραγμα,εαν δεν υπηρχε η γοητεια του παρανομου ή η αναγωγη τους σε χρηστικο προιον μεσω της συνδεσης τους με κοινωνικο-ιστορικες φιγουρες (hendrix πχ αστειο παραδειγμα αλλα εχω ακουσει επιχειρημα του στυλ αμα δεν επαιρνε δεν θα γινοταν τοσο καλος LOL )που επηρεασαν για αλλους λογους το κοινωνικο στερεωμα (και οχι για την χρηση ναρκωτικων που εκαναν) δεν θα ηταν τοσο ευρειας χρησης.
Ετσι και ο φασισμος και ο ναζισμος με την σημερινη (ολοκληρωτικη) πολεμικη που τους γινεται το μονο που προσφερει ειναι ενα καταφυγιο για αυτους που δεν θελουνε να
σκεφτονται.Και υπαρχουν μυριαδες.

3)Ειναι ωραιο να θεωρεις καθε ενηλικα ως σκεπτομενο ανθρωπο,ωστοσο η πραγματικοτητα δειχνει οτι ενω καθεις ειναι ικανος για κατι τετοιο,το ζωο μεσα μας επικρατει συχνοτερα και κινουμαστε βασει ενστικτου στο μεγαλυτερο μερος της ζωης μας.
Απλα υπαρχει μια περιοδος της ζωης οπου εμεις καθοριζουμε,αναπροσδιοριζουμε το ενστικτο μας (με την εννοια ενος σετ κανονων,προτυπων συμπεριφορας και αντιδρασης)
Χωρις σωστη παιδεια δεν προκειται να αλλαξει αυτο.Σκοπος της παιδειας θα επρεπε να ειναι οχι η παροχη γνωσεων (αυτο ειναι πια παρωχημενο σε μια εποχη με ευκολια σε αυτον τον τομεα) αλλα η μεταγγιση της διψας για μαθηση.

4)γελασα αφανταστα με τα περι φαλλοκρατισμου στον σουρεαλισμο..δεν ηξερα οτι αυτο το σπανιο ειδος της φολα φεμινιστριας που ολα της φταινε (μακιγιαζ,φουστες,σεξ,πορνο) επιβιωνει στις μερες μας..
Οπως γελαω με αυτους που βρισκουν πισω απο καθε πτυχη του φουτουρισμου τον φασισμο,πισω απο καθε αριστερη ιδεα τους εργατες κ.ο.κ. Αλλα νταξ,τα κανει ολα πιο ευκολα.Ειναι (και αυτο)ενα προκατ lifestyle.
καπου ειχα διαβασει "μην περιμενεις απο τους υπολοιπους να αλλαξουνε ,αλλαξε εσυ πρωτα"
καποιος να στειλει μια καρτα με αυτο στην συντροφισσα


***ελευθερια τελικα ειναι το δικαιωμα να επιλεγεις τα δεσμα σου..***

υγ. ευχαριστω για το κρυο νερο στην μουρη.Δεν ξερω εαν θα γινω φανατικος του καστοριαδη αλλα θα ψαξω παραπερα.. παντοτε προσπαθωντας να αποφυγω παγιδες σαν και αυτες που καταδειξατε.

ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ ή ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ said...

Στη γενική απαισιοδοξία που μας κατατρέχει, είναι, ξέρεις, μεγάλη ανακούφιση να μας διαβάζει κάποιος. Σε ένδειξη αγνωμοσύνης προς τον άγνωστο αναγνώστη (κατά το άγνωστο στρατιώτη) τον βομβαρδίζουμε με σεντόνια όπως το παραπάνω κείμενο.
Η αισιόδοξη ερμηνεία της απάθειας που κάνεις, μπορεί πράγματι να αφορά ένα κομμάτι της κοινωνίας. Τέτοια αισιόδοξη ερμηνεία της απάθειας ως αποδοκιμασίας του συστήματος έκανε και ο Καστοριάδης από το '48 ως το '60κάτι. Επίσης αυτή είναι μία διαφωνία μας με το φίλο Νίκο Ηλιόπουλο, που υποστηρίζει κάτι τέτοιο και στο βιβλίο του (Νέοι δρόμοι για τηδημοκρατική πολιτική σκέψη - Θεμέλιο). Αν δεν θέλουν τις ιδεολογίες και τα κόμματα ιδού η Ρόδος (στο πήδημα αποφεύγω να αναφερθώ γιατί εγκυμονούνται παρεξηγήσεις από τις σεξουαλικές αναφορές)
Στο 2 συμφωνούμε απόλυτα.
Και στο 3. Ξέρεις, θεωρούμε ότι η βλακεία ή η ετερονομία για να το θέσουμε γενικότερα, είναι μία ψυχική και υπαρξιακή επιλογή των ανθρώπων. Έκτος από τις περιπτώσεις της νοητικής υστέρησης, η βλακεία αποτελεί πράγματι επιλογή. Και γι' αυτή την επιλογή είναι οι άνθρωποι υπεύθυνοι. Επί χρόνια τώρα προσπαθώ στο ειδικό εργαστήριο στο οποίο έχω μετατρέψει το σπίτι μου να βρω το εμβόλιο, αλλά τζίφος.

Θ.

imaginaire radical said...

Έχει πλάκα η κατάσταση: τώρα που μας είπες ότι το χεις βάλει στόχο να διαβάζεις τα κείμενά μας, εμείς θα γράφουμε όλο και μεγαλύτερα και δυσανάγνωστα κείμενα, για να σε δοκιμάσουμε. =)

Να σ' ενημερώσω μόνο ότι μπορεί να αποκτήσουμε και site προσεχώς, οπότε τα κείμενα θα είναι πιο ευανάγνωστα. Τονίζω βέβαια το "μπορεί". Επειδή είμαστε άσχετοι από τεχνολογία, περιμένουμε από έν φίλο μήπως μας βοηθήσει. Θα δούμε.

Πράγματι, όπως είπε κι ο αδερφός εν όπλοις Θ. προηγουμένως είναι πολύ ωραία αυτά που μας γράφεις. Για να μην πω κι εγώ τα ίδια όμως, θα σταθώ σε κάτι άλλο. Σ' αυτό που είπες στην αρχή περί της είκόνας που είχες για τον Καστοριάδη. Δυστυχώς αυτή είναι η πραγματικότητα σε ό,τι αφορά στην γενική εικόνα περί Καστοριάδη. Εξαιτίας και του εθνικισμού που υπάρχει εδώ στην Ελλάδα τον θεωρούν έναν "απ' τους Έλληνες που μας κάνει περίφανους στο εξωτερικό" κλπ (πιθανώς μαζί με τον Αλιάγα). και το ωραίο είναι ότι αυτή την εικόνα την προωθούν και πολλοί απ' το στενό του (οικογενειακό) περιβάλλον. Απλώς η ριζοσπαστικότητά του έχει, για να χρησιμοποιήσω μια αγ-ωραία έκφραση, αρχίδια και δεν είναι γι' αυτούς τους μέτριους. Να σκεφτείς ότι οι δύο απ' τους καθηγητές που έβγαλαν αυτή την ανακοίνωση υπέρ του Βενιζέλου, ο Τσουκαλάς και ο Γραμματικάκης, πλασάρονται ως καστοριαδικοί. Το ίδιο κι η Φ. Παπαδοπούλου που γράφει την Ελευθεροτυπία: είναι και με τον Καστοριάδη και με τον Σημίτη.Το ωραίο είναι ότι το βασικό, τελικά, επειχέιρημα του Καστοριάδη κατά της ""αντιπροσωπευτικής" "δημοκρατίας"" (=φιλελεύθερης ολιγαρχίας) ήταν ότι είναι γελοίο να αφήνεις κάοποιον να σε αντιπροσωπεύει. Άντε τώρα να καταλάβει αυτή τη γελοιότητα ένας θαυμαστής (sick) του Σημίτη. Που πάμε;; Να ξεκαθαρίσω φυσικά πως , όταν λέω ότι ο Καστοριάδης δεν είναι για μέτριους, δεν το λέω ελιτιστικά, αλλά βάσει της ανάλυσης περί του επιλέξιμου χαρακτήρα της βλακείας που κάνει παραπάνω ο Θ, αλλά κι εσύ στο πρώτο ποστ.

Νίκος, ΑήΒ

Θ. said...

Στη συνέχεια θα σε βάλουμε και σε άλλες δοκιμασίες, για να δοκιμάσουμε την πίστη σου. Αρχικά θα αναγκαστείς να διαβάσεις τη Φαντασιακή και στο τέλος να αυτομαστιγώνεσαι και να καταπίνεις κατσαβίδια.

Anonymous said...

Καταρχάς καλο κουραγιο οσον αφορα την υποσχεση σου να διαβαζεις τα κειμενα μας( ευτηχως εχουν αποσυρθει και οι παπυροι οι οποιοι θα πιαναν πολυ χωρο. Ασε δε που δεν εχουμε και πολλα δεντρα για να τα σπαταλαμε).
Γενικα συμφωνω μ αυτα που αναφερεις.Θα σταθω ομως στην απαθεια ποθ οπως λες "Η απαθεια ειναι για εμενα μια ενδειξη οτι η πλειοψηφια της κοινωνιας ξερει (εστω και εν
μερει) τι της γινεται και απλα αρνειται να παιξει σε ενα παιχνιδι που αναγκαστικα πρεπει να φοραει την φανελα καποιας ιδεολογιας,κομματος,ομαδος κτλπ."
Σε αντιθεση με σενα θεωρω οτι εξ αιτιας αυτης της απαθειας το ατομα μπαινουν σε αυτες τις Lifestyle ομαδες και μαλιστα τισ αγγιζουν κι αυτες με τελειως επιφανιακο τροπο. Παλια ηταν τροπος ζωης. Τωρα εχουν μετατραπει σε τροπο μαλακινσης (βλ. σκειταδες σταρχιδιστες, μεταλλαδες, χουλιγκαν αναρχικους, σκυλλαδες ωχαδερφιστες,εγκλεισμενους κομπιουτεραδες κ.α.)

Οδυσσεας ΑήΒ

achilleas said...

Αν και διαβάζω τις ανακοινώσεις σας τακτικά, είναι η πρώτη φορά που επικοινωνώ μαζί σας. Διαβάζω και προσπαθώ να καταλάβω τον Καστοριάδη εδώ κι ένα χρόνο και το τελευταίο σας post μου επανέφερε στη μνήμη μια σημαντική απορία μου σχετικά με την σκέψη του.

Αντιλαμβάνομαι οτι είναι θεμελιακή του θέση οτι η ευθύνη θέσμισης της κοινωνίας μας είναι αποκλειστικά δική μας. Ξεκινώντας απο αυτή τη λογική προφανώς δεν μπορούμε να μιλάμε για συνομοσίες, θύματα, κλπ. Επιπλέον αυτή η θέση στηρίζει τη θέση που εκφράζεται στο post, οτι δηλαδή οποιαδήποτε προσπάθεια λογοκρισίας είναι ένα είδος χηραγώγησης, πατερναλισμού και μισανθρωπισμού που δεν συνάδει με το πρόταγμα της αυτονομίας.

Από την άλλη μεριά αναμφίβολα μέσα σε κάθε κοινωνία υπάρχει διαφορετικό επίπεδο αυτοσυνειδησίας μεταξύ πολιτών (π.χ., υποθέτω ότι τα μέλη αυτής της ομάδας έχουν ξεκινήσει την ατέλειωτη προσπάθεια διάρηξης των διαφόρων τύπων εγκλεισμού σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απο κάποιον που ασχολείται μόνο με την εργασία του, την προσωπική του ζωή, την κατανάλωση, την ιδιώτευση). Σε γενικές γραμμές το ίδιο μπορεί να ειπωθεί συγκρίνοντας κοινωνίες (π.χ., υποθέτω ότι η ιρανική κοινωνία έχει διαφορετικό επίπεδο αυτοσυνειδησίας από την γαλλική).

Το ερώτημά μου είναι κατα πόσον η βασική θέση του Καστοριάδη (η αυτονομία είναι δική μας ευθύνη) όταν ειδωθεί μέσα απο το γεγονός που ανέφερα παραπάνω (διαφορετικό επίπεδο αυτοσυνειδησίας πολιτών μέσα σε κάθε κοινωνία/μεταξύ κοινωνιών) μπορεί να μας οδηγήσει σε μία παθητική στάση που ουσιαστικά να είναι απολογητική του «συστήματος». Απο τη μια μερία οι θεσμοί της κοινωνίας μας είναι τέτοιοι που να ελαχιστοποιούν την όποια δυνατότητα αυτοστοχαστικής δυνατότητας (π.χ., μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος, των ΜΜΕ, και συνολικά της παιδίας/κοινωνικοποίησης) και συλλογικής δράσης συγκεντρώνοντας ολοένα και περισσότερο την εξουσία και απο την άλλη ο Καστοριάδης λέει οτι όλη η ευθήνη για την ρήξη είναι δική μας.

Δεν είμαι σίγουρος οτι έθεσα το ερωτημά μου με τον πιο σαφή τροπο, αλλά πιστεύω ότι κι αυτό είναι αποτέλεσμα της απορίας μου...ελπίζω στη βοήθειά σας να καταλάβω καλύτερα αυτή τη σημαντική θέση του Καστοριάδη.



ΥΓ.
Το σχόλιο (4) του φίλου no_one "μην περιμενεις απο τους υπολοιπους να αλλαξουνε, αλλαξε εσυ πρωτα" νομίζω οτι έχει σχολιαστεί πολύ αρνητικά απο τον Καστοριάδη (στο Philosophy, Autonomy, Politics). Απο τη μια εκφράζει μια τάση των φιλοσόφων να ιεροποιήσουν την πραγματικότητα (νομίζω ότι ο Καρτέσιος είπε «είναι πιο εύκολο να αλλαξεις τον εαυτό σου παρά τον κόσμο») πράγμα που τους καθιστά απολογητές του status quo, και απο την άλλη έχει γίνει το σύνηθες επιχείρημα κάποιων μυστικιστών (Βουδιστών, κλπ) αναρχικών που βλέπουν την αλλαγή των κοινωνικών θεσμών ως μία προσωπική υπόθεση του καθενός, αγνοώντας την έννοια της συλλογικής αυτονομίας.

ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ ή ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ said...

Κατ' αρχήν, ευχαριστούμε για το σχόλιο. Θα ξεκινήσω από το υστερόγραφο. Η κριτική του Καστοριάδη στο συγκεκριμένο αφορά την προσπάθεια αποσύνδεσης του ατομικού από το συλλογικό. Δηλαδή: δεν αρκεί να αλλάξουμε τους εαυτούς μας για ν' αλλάξει η κοινωνία και δεν αρκεί ν' αλλάξουμε την κοινωνία για ν' αλλάξουν οι εαυτοί μας. Μέγα λάθος του ατομικισμού απ' τη μιά και μέγα λάθος του κολλεκτιβισμού απ' την άλλη. Δεν υπάρχει άτομο ξέχωρο απ' την κοινωνία, δεν υπάρχει κοινωνία ξέχωρη από τα άτομα. Δυστυχώς η επιρροή του μαρξισμού στην επαναστατική θεωρία απέκρυψε το ατομικό ζήτημα. Όλα θα λυθούν ως διά μαγείας στην αταξική κοινωνία (δυστυχώς δε μπορώ να επεκταθώ επ' αυτού). Απάντηση στο μαρξισμό: τα ετερόνομα κινήματα της δεκαετίας του '60: ας πάμε σ'ένα κοινόβιο όπου θα αλλάξουμε τους εαυτούς μας. Η δουλειά του Καστοριάδη (ιδίως η ψυχαναλυτική) από τη Φαντασιακή Θέσμιση και μετά έχει καταδείξει την αλληλεξάρτηση του ατομικού με το κοινωνικό.

Έρχομαι στο κυρίως θέμα τώρα. Δεν είμαι βέβαιος αν κατάλαβα τι θέλεις να πεις. Υποθέτω ότι εννοείς: αφού η αυτονομία είναι δική μας δουλειά και η ετερονομία είναι. Άρα, αφού οι κοινωνίες έχουν επιλέξει την ετερονομία, θα πει ότι τη θέλουν. Επίσης, οι θεσμοί της κοινωνίας αυτής είναι δημιουργήματα της κοινωνίας αυτής. Που θα πει ότι αυτή την παιδεία θέλουμε και αυτή την παιδεία έχουμε. Περί αυτού εγώ δεν έχω αμφιβολία. Για όποιον έχει, τον παραπέμπω στο αποτέλεσμα των εκλογών. Δεν υπάρχει κανένας θεσμός που να επιβάλλεται, παρά μόνο σε δεύτερο επίπεδο. Αν οι άνθρωποι αφήνονται να χειραγωγούνται είναι γιατί δεν ενδιαφέρονται να μη χειραγωγούνται. Όποιος θέλει να μη χειραγωγείται να διαβάζει τα ιντιμίντια ή τα άρθρα του Φωτόπουλου και του Τσόμσκυ στις μεγαλύτερες εφημερίδες. Οπότε το πρόβλημα είναι μάλλον αλλού. Το πρόβλημα, το πρόβλημα το βαθύτερο ενός πιθανού επαναστατικού κινήματος, είναι να κάνει τους ανθρώπους να επιθυμήσουν να ζήσουν σε μιά διαφορετική κοινωνία από τη σημερινή. Και το πρόβλημα αυτό δε λύνεται με τους εύκολους τρόπους της επίκλησης της ουσίας του προλεταριάτου ή της βέβαιης κατάληξης της ιστορίας. Το πρόβλημα δε λύνεται καθόλου με τα μέσα της παραδοσιακής επαναστατικής σκέψης. Για μας, δεν υπάρχει καμιά διάθεση απολογητική του συστήματος, ούτε καμιά προοπτική παθητικότητας. Γιατί η κοινωνία αυτή είναι μιά κοινωνία ετερόνομη και την κοινωνία αυτή επιθυμούμε και αγωνιζόμαστε να την αλλάξουμε σε βάθος. Το ότι η υπόλοιπη κοινωνία δεν το επιθυμεί δε σημαίνει κάτι για μας, αλλά για την κοινωνία την ίδια. Η κοινωνία αυτή είναι μέρος του προβλήματος, μέρος του προβλήματος του δικού της απέναντι στο εαυτό της. Γιατί υπάρχει σαφές πρόβλημα στην κοινωνία αυτή. Υπάρχει πρόβλημα στις σχέσεις των ανθρώπων, γενικευμένη νεύρωση, καταστροφή του περιβάλλοντος κλπ. Οριακά η κοινωνία, μέσα στη ετερονομία της, αναγνωρίζει το πρόβλημα, αλλά μας λέει ρητά μέσα από τις πράξεις της ότι το πρόβλημα αυτό δε θέλει να το λύσει. Η άρνηση αυτή είναι ένας τοίχος που συναντάει η επαναστατική προοπτική η δική μας. Και σκέφτομαι ότι ο τοίχος αυτός δεν είναι δυνατο από μας να γκρεμιστεί -αλλά μόνο από την κοινωνία την ίδια. Δεν ξέρω καν τι μπορούμε να κάνουμε εμείς απέναντι στην αδιαπερατότητά του. Μπορούμε ίσως να τον σκεφτούμε, να τον πλαγιοκοπήσουμε, να του ανοίξουμε ρωγμές αν μπορούμε. Επίσης ο τοίχος αυτός έχει όνομα, λέγεται γενικευμένη αδιαφορία και ιδιώτευση. Και μένει, εν τέλει, να δούμε τι άλλο μπορούμε να κάνουμε με τον τοίχο αυτό. Ελπίζω να σε κάλυψα κατά ένα ελάχιστο μέρος.


Θ.

imaginaire radical said...

Νομίζω ότι το πρόβλημα που θέτεις, αγαπητέ Αχιλλέα (παρένθεση: Αχιλλέας λέγεται κι ένα απ’ τα παιδιά που είναι στο termninal, οπότε, μόλις είδα το όνομα, μπερδεύτηκα), είναι σημαντικό. Δε συνιστά όμως πραγματικό πρόβλημα, αλλά μάλλον ζήτημα άρθρωσής του. Ας πάρω τα πράγματα με μια σειρά.

Σωστά χωρίζεις την κατάσταση σε δύο επίπεδα: τον γενικό ορίζοντα της αυτονομίας ο οποίος, οντολογικά και ανθρωπολογικά, πιστεύει στην αυτοθέσμιση της κοινωνίας (η οποία φυσικά λαμβάνει χώρα ακόμη και υπό τα καθεστώτα ετερονομίας) και ως εκ τούτου διακηρύσσει την υπευθυνότητα των ανθρώπων, και έναν στενότερο ορίζοντα ο οποίος έχει να κάνει με το «ποσοστό» ανοικτότητας κάθε συγκεκριμένης κοινωνίας. Είναι ενδεικτικό, και μπορεί να προκαλέσει σύγχυση, ότι ο Καστοριάδης, στην κριτική του στους φιλελεύθερους τύπου Πόππερ, Χάγιεκ κλπ πάντοτε έλεγε «μα πως μπορείτε να μιλάτε για ελευθερία επιλογής, όταν τα άτομα είναι μεγαλωμένα μέσα σε μια κοινωνία η οποία τους βομβαρδίζει κάθε μέρα, απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ με τις αξίες τις κατανάλωσης και του καπιταλιστικού φαντασιακού γενικά;» (πολύ ενδεικτική είναι μια σχετική υποσημείωση στο «Μαρξισμός και επαναστατική θεωρία», όπου συζητά τη φράση της Ρόζας Λούξεμπουργκ «αν οι άνθρωποι ήξεραν, το καπιταλιστικό σύστημα δε θα κράταγε ούτε λεπτό παραπάνω»). Αυτή του η κριτική φυσικά οριοθετείται από την άποψη που προσπαθεί να χτυπήσει: την άποψη ότι το άτομο δεν είναι κοινωνική κατασκευή, αλλά υπάρχει, συγκροτημένο προκοινωνικώς. Βάσει αυτής της διάκρισης νομίζω ότι μπορούμε να διευθετήσουμε το ζήτημα, λέγοντας όσα είπε ο Θανάσης προηγουμένως, διευκρινίζοντας φυσικά το πώς τα εννοούμε (ακολουθώντας την επισήμανσή μου).

Το πρόβλημα, όπως το διατυπώνεις εσύ, ξεκινά, παίρνοντας ως δεδομένο το ότι οι άνθρωποι έχουν πιθανώς αφεθεί, στην περίπτωση για την οποία συζητάμε, να χειραγωγούνται και λες: σωστά, οι άνθρωποι χειραγωγούνται, επειδή «επιλέγουν» να χειραγωγούνται, από τη στιγμή όμως που έχουν επιλέξει αυτόν τον εγκλεισμό, μπορούμε να τους αντιμετωπίζουμε ως απόλυτα υπεύθυνους; Νομίζω ότι εδώ βρίσκεται το σημαντικό. Εγώ θα έλεγα ότι ναι μεν, όταν ο άνθρωπος είναι ον ετερόνομο, έχει απολέσει την υπευθυνότητά του και είναι εύκολα καθοδηγούμενος από δημαγωγούς και απατεώνες, αλλά αυτό δεν αλλάζει και πολλά σε ό,τι αφορά στο πρακτικό σκέλος του ζητήματος: από τη στιγμή που μια ετερόνομη κοινωνία θέλει να ψηφίσει τον Καρατζαφέρη ή ένα νεοναζιστικό κόμμα, τι νόημα έχει, πχ, να τους απαγορέψεις να μιλάνε; Θα αποτρέψει μήπως τους ανθρώπους απ’ το να στραφούν προς τα εκεί; Σίγουρα πολλοί μικροαστοί ίσως να μαζευτούν αν δουν ότι, πχ, τα κανάλια και οι Χατζηνικολάου, τους οποίους θεωρούν σοβαρούς, δεν πολυυπολογίσουν τον Καρατζαφέρη ή παρουσιάσουν τον Πλεύρη ως απατεώνα. Νομίζω όμως ότι αυτό δεν έχει και τόση σημασία τελικά –ή πως, εν πάση περιπτώσει, συγκαλύπτει το πραγματικό πρόβλημα.

Γενικώς, πριν ακούσω την άποψή σου, κάνω την εξής παρατήρηση: ό,τι και να απαντήσουμε σ’ αυτό το ερώτημα, νομίζω ότι πρέπει να θεωρούμε αυτονόητο ότι στις δυτικές κοινωνίες, ακόμη και υπό την παρούσα μορφή τους, δικαιολογούμαστε απόλυτα να απαιτούμε «πλήρη» υπευθυνότητα απ’ τους ανθρώπους, καθώς στο πνευματικό μας περιβάλλον –το δυτικό- τα ερωτήματα μπορούν να αναδυθούν ελεύθερα, δεν υπάρχει ούτε θεοκρατία, ούτε τσιμεντένια ετερονομία.

Να πω επίσης, τέλος, ότι είναι αυτονόητο πως το terminal είναι ένα εκατομμύριο φορές πιο ανοικτό απ’ τους μικροαστούς και όσους αδιαφορούν για την πολιτική. Αυτό δε χρειάζεται καν να το αναφέρουμε. Η κριτική που τους κάνουμε στηρίζεται ακριβώς στο ότι, ενώ στρέφονται προς τον Καστοριάδη, αφήνονται να παρασυρθούν από αδιαύγαστες μεθόδους και ιδέες οι οποίες τελικά τους τραβάνε προς την ετερονομία και τη συντήρηση. Θέλω να πω –επειδή η επιθετικότητα της κριτική μας ίσως μπερδεύει κάπως τα πράγματα- ότι δεν θα καθόμασταν να κάνουμε κριτική σ’ έναν μαρξιστή ή έναν ορθόδοξο αναρχικό, δε θα χε νόημα αφού δεν έχουμε τίποτε κοινό θεωρητικώς.

Νίκος (ΑήΒ)

Θ. said...

Διαβάζοντας τι έγραψε ο Νίκος από πάνω και τι γράψαμε οι υπόλοιποι, θέλω να το κάνω πιο ξεκάθαρο: ζήτημα χειραγώγησης στις δυτικές κοινωνίες ΔΕΝ υπάρχει. Τα περί χειραγώγησης είναι ιδεολογήματα της παραδοσιακής επαναστατικής ολιγαρχικής σκέψης (μαρξιστικήα και αναρχικής) για να αποφύγει να αντικρύσει την ήττα της. Γιατί οι άνθρωποι δεν κάνουν επανάσταση εδώ και 100 σχεδόν χρόνια (ο Μάης είναι περίπου μιά εξαίρεση);. Γιατί τους κάνουν πλύση εγκεφάλου; Όχι. Γιατί δε θέλουν.-

Πλύση εγκεφάλου μπορούμε να κάνουμε εμείς στους εαυτούς μας και να μας πείσουμε ότι αυτό που επιθυμούμε είναι κατά βάθος αυτό που επιθυμούν και οι άλλοι αλλά δεν το ξέρουν. Η συνέχεια αυτού του συλλογισμού λέγεται λενινισμός και η πιθανή του κατάληξη ολοκλήρωτισμός.

Το ζήτημα της χειραγώγησης μπορεί να συζητηθεί μόνο σε ένα δεύτερο επίπεδο, το οποίο επί του παρόντος θα μας αποπροσανατόλιζε. Μπορείς να δεις εδώ http://imaginaireradical.blogspot.com/2007/02/underground_14.html ένα σχετικό κείμενο που έχουμε γράψει μαζί με το Νίκο.

imaginaire radical said...

Τώρα που κάτι διάβαζα, μου ήρθε η εξής η ιδέα. Το πρόβλημα που έθεσε προηγουμένως ο Αχιλλέας μας οδηγεί τελικά στο ζήτημα των σχέσεων ατόμου-ανώνυμου συλλογικού στα πλαίσια της θεσμίζουσας κοινωνίας. Με άλλα λόγια: πώς αρθρώνεται η κοινωνική δημιουργικότητα δεδομένου ότι η κοινωνία, ως θεσμίζον κοινωνικό φαντασιακό, δεν είναι το άθροισμα των ατόμων που την "αποτελούν"; Πως συντονίζεται μια συλλογική "απόφαση"/"βλέψη" της κοινωνίας με τις ιδιαίτερες "αποφάσεις" των ατόμων "της" σε κάθε συγκεκριμένη στιγμή; Θέλω μ' αυτή την παρατήρηση να καταλήξω στο εξής: "μακροκοινωνικά" και στο επίπεδο του ανώνυμου συλλογικού είναι προφανή αυτά που είπε στην τελευταία του παρέμβαση ο Θανάσης (και μάλιστα με τον τρόπο που τα είπε). Στο ατομικό επίπεδο όμως τα πράγματα είναι κάπως μπερδεμένα, καθώς, δεν πρέπει να το ξεχνάμε, το άτομο είναι δημιουργημένο απ' το συλλογικό φαντασιακό, πριν μπορέσει να "συνεισφέρει" -αν τα καταφέρει- οτιδήποτε σ' αυτό το πρώτο. Θέλω να πω μ' αυτό ότι είναι σε επίπεδο ατόμου που πρέπει να συζητήσουμε. Γι' αυτό κι εμείς έχουμε επανειλημμένως επιμείνει στη διασάφηση του όρου "επιλογή" (τόσο στο τελευταίο μας κείμενο, όσο και στην τελευταία υποσημείωση του "Για την πολιτική και τη δημοκρατία" -σ' αυτό το μπλογκ). Θέλει συζήτηση το θέμα. Θα επανέλθω αργότερα, ας ρίξει κι ο Αχιλλέας καμιά ιδέα πρώτα.

Νίκος

Achilleas said...

Ευχαριστώ πολύ όλους σας για τα σχόλια. Νομίζω ότι τώρα καταλαβαίνω καλύτερα το ερώτημά μου και το αναδιατυπώνω στο τέλος αυτού του post. Λοιπόν συγκρατώ δύο προτάσεις για περαιτέρω επεξεργασία:

1) από τον imaginaire radical: «νομίζω ότι πρέπει να θεωρούμε αυτονόητο ότι στις δυτικές κοινωνίες, ακόμη και υπό την παρούσα μορφή τους, δικαιολογούμαστε απόλυτα να απαιτούμε «πλήρη» υπευθυνότητα απ’ τους ανθρώπους, καθώς στο πνευματικό μας περιβάλλον –το δυτικό- τα ερωτήματα μπορούν να αναδυθούν ελεύθερα, δεν υπάρχει ούτε θεοκρατία, ούτε τσιμεντένια ετερονομία.»

2) από τον Θ.: «ζήτημα χειραγώγησης στις δυτικές κοινωνίες ΔΕΝ υπάρχει.»

Η αναφορά του imaginaire radical στο Φωτόπουλο μου δίνει την ευκαιρία να πω οτι είναι ακριβώς η κριτική που κάνει ο Φωτόπουλος στον Καστοριάδη που προσπαθώ να καταλάβω. Σε γενικές γραμμές συνοψίζεται στο ότι η έμφαση στο κοινωνικό φαντασιακό γίνεται τελικά άλοθι του συστήματος. Παραθέτω ένα μικρό τμήμα απο ένα πρόσφατο άρθρο του που νομίζω ότι εκφράζει κατα κάποιον τρόπο και την δική μου απορία/αμφισβήτηση της απολυτότητας των προτάσεων 1), 2) παραπάνω.

Λέει λοιπόν ο Φωτόπουλος:
«Η παράδοση της αυτονομίας δεν έγινε επομένως ποτέ «ηγεμονική», όπως συνέβη στην κλασική Αθήνα, αλλά πάντοτε αποτελούσε μια εναλλακτική παράδοση μέσα στον Δυτικό πολιτισμό που ενέπνεε κάθε σημαντικό ριζοσπαστικό κοινωνικό κίνημα. Αντίθετα, η ηγεμονική παράδοση στη Δύση ήταν αυτή μιας εξελιγμένης μορφής ετερονομίας που βασιζόταν στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς και την αντιπροσωπευτική «δημοκρατία» —το σύστημα που επεκράτησε στη Δύση μετά τον 19ο αιώνα και σήμερα έχει καθολικευθεί. Αυτή η διάκριση που κάνουμε μεταξύ ηγεμονικής και εναλλακτικής παράδοσης αυτονομίας στη Δύση είναι πολύ σημαντική, εάν θέλουμε ν’ αποφύγουμε τα πολύ σοβαρά θεωρητικά λάθη στην ερμηνεία της Ιστορίας σύμφωνα με το προταγμα της αυτονομίας, τα οποία βλέπει κανείς ακόμη και στον σημαντικότερο θεωρητικό του προταγματος της αυτονομίας, τον Καστοριάδη, και κυρίως στους οπαδούς του. Τα λάθη νομίζω αυτά απορρέουν από το γεγονός ότι λαθεμένα πιστώνουν την Δύση γενικά με την συνέχιση της παράδοσης της αυτονομίας, χωρίς να κάνουν διάκριση μεταξύ ηγεμονικής και εναλλακτικής παράδοσης της αυτονομίας[έμφαση δική μου]. Έτσι, μπορεί κανείς να εξηγήσει τα ασυγχώρητα λάθη που βλέπει κανείς στον Καστοριάδη ο οποίος θεωρούσε την μεγαλύτερη απειλή για την ανθρωπότητα στη δεκαετία του ’80 την… ΕΣΣΔ, τασσόμενος σχεδόν άμεσα με τις δυτικές ελίτ για την ανάγκη ανατροπής του καθεστώτος που προήλθε από την σημαντικότερη επανάσταση του περασμένου αιώνα και εξακολουθούσε να εκφράζει —τουλάχιστον στη λαϊκή βάση— το αίτημα γι’ αυτονομία, ανεξάρτητα από την διαστρέβλωση της επανάστασης στα χέρια της γραφειοκρατικής ελίτ που επεκράτησε, ή τασσόμενος έμμεσα με την Αμερικανική ελίτ στην ανάγκη ανατροπής του Μπααθικου καθεστώτος (το οποίο στο παρελθόν είχε παίξει εθνικοαπελευθερωτικο ρόλο) στον Πόλεμο του Κόλπου —που οδήγησε στη σημερινή καταστροφή της χώρας. Ακόμη χειρότερη είναι η άθλια διαστρέβλωση του προταγματος της αυτονομίας στα χέρια ανθρώπων που δηλώνουν ότι αγωνίζονται «για την κοινωνική και ατομική αυτονομία» και έμμεσα τάσσονται υπέρ κάθε ληστρικού πόλεμου της υπερεθνικής ελίτ τα τελευταία δέκα χρόνια και κυρίως υπέρ των Σιωνιστών σφαγέων που δεν διανοούνται να συζητήσουν καν ένα ενιαίο κράτος για την Παλαιστίνη, το οποίο θα στηρίζεται στην αυτοδιευθυνση τόσο των Εβραίων όσο και των Παλαιστίνιων —όπως θα επέβαλλε το προταγμα της αυτονομίας. »


Θα ήθελα να θέσω το ερώτημα σε πιο ατομικό επίπεδο γιατί ίσως υπάρχει και η ψυχαναλυτική διάστασή του:

Μπορώ να σταθώ αλλυλέγγιος στους Παλαιστινίους, στους νέους των παρισινών προαστίων, στους αφρικανούς που θέλουν πίσω τη γή τους απο τους πρώην αποικιοκράτες, στους Μεξικανούς που διαδηλώνουν κατά των νόμων περι μετανάστευσης στις ΗΠΑ, (ακόμα ακόμα και στους χιλίαδες δασκάλους/φοιτητές/νέους/γέρους που βγήκαν να διαδηλώσουν το χειμώνα για τα θέματα της ανώτατης εκπαίδευσης), ξέροντας ότι δεν είναι συνηδητοποιημένοι προς την κατεύθυνση μιας αυτόνομης κοινωνίας;
Ή μήπως η καθολικότητα των προτάσεων 1),2) μου επιβάλει να κρατήσω ίσες αποστάσεις από τους θύτες και τα θύματα (καταλαβαίνω ότι χρησιμοποιώ αναδρομή εδώ αφού θύτες/θύματα δεν υφίστανται σύμφωνα με τις 1),2) );
Μπορώ (και με βάση ποιά κριτήρια) να ιεραρχήσω αυτές τις πράξεις (που πολλές φορές περιλαμβάνουν βία) ώστε να μην μπώ στον στημένο διάλογο «είσαι υπέρ ή κατά του τάδε ή δείνα γεγονότος» απο τη μία και να μην παραμείνω εγκλωβισμένος στην απολυτότητα των προτάσεων 1),2) απο την άλλη;

Σας ευχαριστώ και πάλι και ζητώ συγνώμη για τα ίσως εκτός θέματος posts. Η επικοινωνία με εσάς σημαίνει πολλά για κάποιον που ζει στις μεσοδυτικές πολιτείες της Αμερικής όπου ριζοσπαστική σκέψη είναι να ψηφίζεις Δημοκρατικούς :-)

Anonymous said...

ενδεικτικό παράδειγμα περί ευθύνης ή μη των ατόμων πιστεύω πως είναι το τελευταίο φοιτητικό κίνημα. η κλασσκή αναρχική κριτική έλεγε ότι οι φοιτητοπατέρες των εαακ καπέλωναν τους φοιτητές, τις συνελεύσεις τους και τέλος όταν γούσταραν έκλεισαν και το κίνημα. αυτή η κριτική θα είχε βάσεις εάν οι εαακιτες έμπαιναν στις συνελεύσεις με όπλα και λέγαν τι θα γίνει. φυσικά η πραγματικότητα απέχει πολυ από αυτό. η πραγματικότητα είναι ότι πλειοψηφεία των φοιτητών δεν επιθύμισε να συμμετάσχει ενεργά στη δημόσια σφαίρα αλλά αντίθετα να κατανάλωσει και λίγο κίνημα, στο γενικότερο πνεύμα των ημερών μας. δε θεώρησε ποτέ ότι η πολιτική είναι δική της υπόθεση και για αυτό την άφησε σε αυτούς που θεώρησε ειδικούς,εν προκειμένω τα εαακ.και τελικά προτίμησε να δώσει και εξεταστικές. φυσικά είναι γεγονός ότι η ελίτ(τα εαακ) και τροφοδότησε αυτήν την κατάσταση και την ενσωμάτωσε και βολεύτηκε με αυτήν. αλλά πραγματικά δεν μπορώ να δεχτώ ότι οι 20-30 εαακιτες της σχολής μου ξεγέλασαν και πατρωνάρισαν τους 1000(προφανώς λίγο χαζούς; ) φοιτητές που συμμετείχαν στις συνελεύσεις μας(ακολουθώντας αυτό το συλλογισμό οι αναρχικοί καταλήγουν στη γελοία θέση περί καταστροφής των παρατάξεων χωρίς να λαμβάνουν υπόψην τις κοινωνικές σχέσεις που πρέπει να αλλάξουν). μπορούμε να βρούμε πολλούς λόγους γιάτι η πλειοψηφεία των φοιτητών δεν πήρε τις υποθέσεις της στα χέρια της, αλλά σε τελική ανάλυση δεν ήθελε(εδώ η δύση βγήκε απο τον μεσαίωνα και οι ούγκροι κάναν επανάσταση εναντίον του σταλινισμού).

ιάσων

imaginaire radical said...

Προς Ιάσονα. Συμφωνώ απολύτως. Μάλιστα αυτό ακριβώς είχαμε πει κι εμείς για το λεγόμενο φοιτητικό κίνημα, ήδη από το περσινό καλοκαίρι, όταν οι καταλήψεις ήταν στα φόρτε τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι εδώ στην Ελλάδα το «κίνημα» ήταν κατά κάποιον τρόπο το πεζικό των ΕΑΑΚ: όλη η πολιτική γραμμή και τα αιτήματα ήταν αριστεριστικής προέλευσης και λογικής. Δεν υπήρχε καμία τάση αυτοοργάνωσης. Αν συγκρίνουμε τα πράγματα με την στάση των γάλλων φοιτητών, ένα χρόνο πιο πριν, κατά τους αγώνες ενάντια στο περίφημο Συμβόλαιο Πρώτης Πρόσληψης (CPE), η κατάσταση είναι προφανής: ένας γάλλος γνωστός μου, φοιτητής, μου έλεγε ότι εκεί οι μη οργανωμένοι σε νεολαίες και οργανώσεις φοιτητές αμέσως συζητούσαν για τον τρόπο οργανωσής τους, περί δημοκρατίας κλπ –ασχέτως του που κατέληγαν οι συζητήσεις. Εδώ αντίθετα υπήρχε πλήρης, ηθελημένη φυσικά, παθητικότητα.

Προς Αχιλλέα. Κατ’ αρχήν τα χαιρετίσματα μας στις μεσοδυτικές πολιτείες των ΗΠΑ (όπως λένε στους ραδιοφωνικούς σταθμούς): η ομάδα στηρίζει Ομάμπα, κάτω η Χίλαρι-(ους)! =) Να πω φυσικά ότι δεν είναι καθόλου άσχετα τα σχόλιά σου, ίσα ίσα. Είναι ιδιαιτέρως ενθαρρυντικό εξάλλου και για εμάς, που μας παρακολουθείς από τόσο μακριά.
Λοιπόν, ας τα πιάσω με μια σειρά τα ζητήματα:

1)Καταρχήν, πληροφοριακά, αυτά που λέει ο Φωτόπουλος περί των θέσεων του Καστοριάδη απέναντι στη Ρωσία του ’80 και απέναντι στον πρώτο πόλεμο του Κόλπου είναι ψέματα. Παραπέμπω σχετικά στη συνέντευξη που έδωσε στο Παρασκήνιο το 1984 ο Καστοριάδης –θα υπάρχει κάπου στο Youtube-, όπου του κάνουν ακριβώς αυτό το ερώτημα –αν πρέπει δηλαδή να υποστηρίξουμε τη Δύση- και φυσικά απαντά αρνητικά. Απλώς λέει –το αυτονόητο- ότι μέσα στις φιλελεύθερες ολιγαρχίες τα δικαιώματα είναι στοιχειωδώς σεβαστά. Για τον πόλεμο του Κόλπου δες το γαλλικό κείμενο «La guerre du Golf mise à plat» (στο Une société à la derive) που το έχουν μεταφράσει από τα αγγλικά οι του Terminal (http://www.terminal119.gr/show.php?id=342).

Τώρα, ως προς το θεωρητικό κομμάτι της κριτικής του Φωτόπουλου. Ο Φ. δεν έχει καταλάβει την ψυχανάλυση και ως εκ τούτου τη σημασία του φαντασιακού στοιχείου και γι’ αυτό θεωρεί ότι ο Καστοριάδης υπερβάλλει όταν το θεωρεί ως θεμελιωτικό της εκάστοτε κοινωνικής θέσμισης. Λέει χαρακτηριστικά ότι –παραθέτω από μνήμης- «ο Καστοριάδης παραβλέπει τους συστημικούς παράγοντες χάριν του φαντασιακού». Τι είναι όμως οι «συστημικοί παράγοντες»; Αφού και το σύστημα –δηλ. η θέσμιση- είναι προϊόν του φαντασιακού, των ανθρώπων. Ο Φ. τα λέει αυτά, επειδή στην ουσία είναι κρυπτομαρξιστής και οικονομιστής στην ανάλυσή του, πράγμα που φαίνεται κι απ’ τις πολιτικές του επιλογές: υποστηρίζει τους ισλαμιστές, είναι ενάντιος στην εξίσωση των μισθών και των εισοδημάτων σε μια μετεπαναστατική κοινωνία, υποστηρίζει ότι το φιλοσοφικό έργο του Καστοριάδη δεν έχει σχέση με την πολιτική κλπ. Θέλω να πω με όλα αυτά ότι οι κριτικές του Φ. δεν έχουν και πολύ νόημα, καθώς βασίζονται σε παρανοήσεις του Καστοριάδη. Ακόμη και στο ιδιαίτερο ζήτημα που μας απασχολεί υπάρχει παρερμηνεία: ο Καστοριάδης μιλάει για διφυΐα της νεοτερικότητας και ταυτόχρονη ύπαρξη του καπιταλιστικού με το αυτόνομο φαντασιακό. Δεν λέει πουθενά ότι το δεύτερο νίκησε το πρώτο, δηλαδή –με φωτοπουλική διατύπωση- ότι η αυτονομία είναι «ηγεμονικό» στοιχείο. Ίσα ίσα μάλιστα, λέει ότι ίδιον της νεωτερικής πολιτικής είναι η μερικότητα και η έλλειψη συνέχειας των παρεμβάσεων του κινήματος. Μιλάει για κοινωνίες διερρηγμένης ετερονομίας που έκαναν τεράστια βήματα προς την αυτονομία, χωρίς όμως ποτέ να καταφέρουν να καταργήσουν το καπιταλιστικό φαντασιακό. Δε μιλάει ποτέ για αυτονομία ως εγκαθιδρυμένο καθεστώς. Αν δεν τα πίστευε αυτά ο Καστοριάδης, πως θα μπορούσε να μιλά στο τέλος της ζωής του περί «έκλειψης του αυτόνομου προτάγματος»;

2)Αναρωτιέσαι για το αν θα πρέπει να υποστηρίζουμε τα κινήματα που ανέφερες. Εξαρτάται κάθε φορά από το τι ζητά το κάθε κίνημα και από το ποια δικαιολόγηση δίνουμε εμείς στη στάση μας. Κάθε φορά πρέπει να επιλέγουμε, καθώς υπάρχουν δύο κατηγορίες κινημάτων, ακόμη κι αν λάβουμε ως δεδομένη την προϋπόθεση που έβαλες (το ότι δηλαδή πρόκειται για κινήματα που δεν τείνουν προς την αυτονομία): α)τα κινήματα που υποστηρίζουν αξίες αντίθετες προς τη δημοκρατία και την αυτονομία (έθνος, θρησκεία κλπ) και β)τα κινήματα που απλώς δεν υποστηρίζουν θετικά την αυτονομία (και είτε είναι απλώς διεκδικητικά είτε υποστηρίζουν «μερικά» ζητήματα). Πχ εμείς δεν υποστηρίζουμε τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα –όπως εξάλλου έκανε κι ο ίδιος ο Καστοριάδης, κατά τη διάρκεια της Κατοχής-, γιατί θεωρούμε τον εθνικισμό μορφή ετερονομίας. Παρ’ όλα αυτά, είναι αυτονόητο ότι υποστηρίζουμε πχ το δικαίωμα των Παλαιστινίων να μπορούν να ζουν σαν άνθρωποι και όχι υπό τον φόβο της επιτήρησης και των επιθέσεων του Ισραηλινού στρατού. Αλλά κι εδώ τους υποστηρίζουμε στο όνομα του ανθρωπισμού, ως ανθρώπους, όχι στο όνομα του εθνικισμού ως Παλαιστίνιους που θέλουν «μια πατρίδα». Τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα εντάσσονται στην πρώτη κατηγορία. Αντίθετα κινήματα όπως αυτό των πολιτών της Μιανμάρ ή όπως αυτό των μεξικανών που ανέφερες αναφέρονται σε διεκδικήσεις σχετικές με τα ανρθώπινα δικαιώματα ή τον εκδημοκρατισμό πτυχών του εκάστοτε υφιστάμενου καθεστώτος και ως τέτοια τα υποστηρίζουμε, ασχέτως του αν αυτοί που συμμετέχουν σ’ αυτά δεν ενδιαφέρονται για την αυτονομία συνολικά. Προσεχώς θα βγάλουμε μάλιστα, κατά πάσα πιθανότητα, και δυο κείμενα, ένα για τη Βιρμανία και ένα για την επέτειο της Οαχάκα. Στη δεύτερη κατηγορία εντάσσονται επίσης και διεκδικητικά κινήματα, όπως αυτό των φοιτητών εδώ στην Ελλάδα ή όπως το αντίστοιχο που ανέφερες εσύ. Σ’ αυτή τη δεύτερη κατηγορία κινημάτων η υποστήριξή μας είναι παράλληλα και μια προώθηση της αυτόνομης θέσης μας: υποστηρίζουμε το μερικό αίτημα, είτε εντάσσοντάς το στο γενικό μας πρόταγμα και δείχνοντας τη σχέση του με αυτό (πχ το ότι ο αγώνας για την ανατροπή μιας δικτατορίας και για την εγκαθίδρυση ενός φιλελεύθερου καθεστώτος έχει μεγάλη σημασία για τη διευκόλυνση της ανάπτυξης ενός επαναστατικού κινήματος κλπ) είτε κάνοντας κριτική στις περιοριστικές του πτυχές και τον λανθασμένο του τρόπο διατύπωσης (όπως κάναμε εμείς με το εδώ φοιτητικό κίνημα: συμφωνούσαμε στο βασικό, στη μη αναθεώρηση του Συντάγματος, διαφωνούσαμε όμως στη δικαιολόγηση αυτής της επιλογής).

3) Αυτό που λες περί του κλίματος εκεί στις ΗΠΑ μου επαναφέρει στη σκέψη τα ερωτήματα σχετικά με την εκεί κατάσταση. Πως είναι εκεί τα πράγματα; Υπάρχει πράγματι μεγάλος συντηρητισμός ή αυτά που ακούμε και διαβάζουμε περί του νεοσυντηρητισμού περιορίζονται απλώς στους neocons (απ’ το neoconmen ή το γαλλικό connards, τώρα μάλιστα που επαναθερμάνθηκαν κι οι σχέσεις με τη Γαλλία) ιδεολόγους και σε μερικούς φανατικούς; Ή μήπως, απ’ την άλλη, αυτά τα συντηρητικά στοιχεία –οι καουμπόϋδες, οι τηλεευαγγελιστές κι όλα αυτά- υπήρχαν πάντοτε, παράλληλα με τις πιο ριζοσπαστικές τάσεις και τα κινήματα;

Νίκος

Θ. said...

Κατά βάση, με κάλυψε ο Νίκος. Οι συκοφαντίες του Φωτόπουλου είναι από κάθε πλευρά απαράδεκτες και είναι οι γνωστές συκοφαντίες συντηρητικών ανθρώπων (για τον ορισμό πρβλ. Να ξαναρχίσουμε την επανάσταση (1963-64) στην Πείρα του εργατικού κινήματος 2) που ονομάζουν τους εαυτούς τους επαναστάτες. Ο Καστοριάδης από το 1947, όταν ο Φωτόπουλος και πολλοί άλλοι σαν κι αυτόν κολλούσαν μπρίκια, είχε με βάση τη διάκριση σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα, επισημάνει ότι ο όρος βαρβαρότητα εκπροσωπείται από το ανατολικό και δυτικό μπλοκ και ο σοσιαλισμός από την αυτόνομη δραστηριότητα των ανθρώπων. Τη θέση αυτή ο Καστοριάδης δεν την εγκατέλειψε ποτέ παρά τις αλλαγές στους όρους (σοσιαλισμός-αυτονομία). Αν τώρα ο Φωτόπουλος αισθάνεται την ανάγκη να υπερασπίσει το Μπρέζνιεφ και τη Χαμάς είναι δικό του πρόβλημα. Δεν δικαιούται όμως να ταυτίζει το πρόταγμα της αυτονομίας με την από μέρους της Τέτας Παπαδοπούλου για παράδειγμα υποστήριξη της σοσιαλδημοκρατίας. Ας διαβάσει ο Φωτόπουλος ότι έχουμε γράψει εδώ και τρία χρόνια: http://autonomyorbarbarism.blogspot.com/2007/01/blog-post_20.html. Το "ηγεμονικό" του προτάγματος της αυτονομίας μπορώ να το συζητήσω μονάχα για την περίπτωση της αρχαίας Αθήνας. Αλλά μάλλον ο Φωτόπουλος θεωρεί ότι έχουμε αυτόνομο καθεστώς στις δυτικές κοινωνίες.

Achilleas said...

Ευχαριστώ και πάλι για τα σχολιά σας. Υπάρχει πολύ τροφή για σκέψη. Παραθέτω μερικά αρχικά σχόλια.

Ιάσωνα συμφωνώ απόλυτα με το παράδειγμα που έφερες. Έχω παραπλήσια εμειρία απο τα φοιτητικά μου χρόνια στο ΕΜΠ, μόνο που τότε ήμουν τελείως απολίτικος και χαβαλές και δεν με πολυενοχλούσαν όλα αυτά...

Νίκο, αν και δεν βρήκα τη συνέντευξη που έδωσε ο Καστοριάδης στο Παρασκήνιο το 1984, διάβασα το «La guerre du Golf mise à plat» (μετάφραση του Terminal). Είναι προφανές οτι ο Κ καρτάει κριτική στάση απέναντι στη Δύση. Βασισμένος σε αυτό το άρθρο δεν μπορώ να καταλάβω την κριτική του Φ στον Κ (αλλά καταλαβαίνω την έμεση κριτική του Φ στο Terminal-119, δεδομένων των σχολίων που παραθέτονται στο τέλος της μετάφρασης του άρθρου, και ειδικά του τελευταίου σχόλιου σχετικά με την παραχωρητικότητα του Ισραήλ). Προτίθεμαι να επικοινωνήσω μαζί του για να τον ρωτήσω για περαιτέρω διευκρινήσεις.



Οσο αφορά τις παρατηρήσεις σου σχετικά με το θεωρητικό κομμάτι της κριτικής του Φ., έχω τις εξής ερωτήσεις.

1) «Ο Φ. τα λέει αυτά, επειδή στην ουσία είναι κρυπτομαρξιστής και οικονομιστής στην ανάλυσή του.»

Απο πού συνάγεται αυτό; από όλα όσα έχω διαβάσει, ο Φ ασκεί την ίδια σφοδρή κριτική στον Μαρξισμό (ιστορισμός, οικονομισμός, φαντασιακό της προόδου, κλπ) όπως κι ο Κ.
Ποιό σημείο της ανάλυσής του είναι Μαρξιστικό; Επιπλέον όπως καταλαβαίνω εγώ τον
όρο, «οικονομιστική» είναι μια ανάλυση που καθυποτάσσει όλες τις άλλες εκφάνσεις της ζωής στον οικονομικό τομέα (Μαρξισμός, Νεο/Φιλελευθερισμός). Ο Φ ασχολείται και με το οικονομικό στοιχείο γιατί ακριβώς δεν βρισκόμαστε σε κοινωνία μετα-σπάνης και άρα το πρόβλημα της κατανομής των αγαθών τίθεται είτε το θέλουμε είτε όχι. Σε αυτό το σημείο μάλιστα βρίσκω τη συλλογιστική του πολύ πειστική. Λέει (παραφράζω) ότι το δημοκρατικό πρόταγμα δεν μπορεί/πρέπει να στηριχτεί σε μια υπόθεση μετα-σπάνης γιατί έτσι πέφτουμε στις μαρξιστικές/αναρχικές παγίδες των «αναγκαίων κακών» (πχ, δικτατορία προλεταριάτου, Κράτος, κλπ).
Θα με ενδιέφερε πολύ η αποψή σου στο συγκεκριμένο θέμα.

2) «πράγμα που φαίνεται κι απ’ τις πολιτικές του επιλογές: υποστηρίζει τους ισλαμιστές»

Δεν συμερίζομαι την άποψή σου. Ασκεί ανελέητη κριτική στο Ισραήλ, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι υποστηρίζει τους ισλαμιστές. Και πάλι θα σου ζητούσα αν μπορούσες να στοιχειοθετήσεις περαιτέρω αυτή την άποψη γιατί με ενδιαφέρει πολύ. Αυτό που καταλαβαίνω εγώ είναι ότι σίγουρα δεν είναι ντεφετιστής, κι εκεί σαφώς διαφωνεί με τον Κ.

3) «είναι ενάντιος στην εξίσωση των μισθών και των εισοδημάτων σε μια μετεπαναστατική κοινωνία»

Αυτό είναι αλήθεια. Είμαι σίγουρος ότι έχεις ήδη διαβάσει την πρότασή του για τις Βασικές/Μη-Βασικές ανάγκες και τη σχετική επιχειρηματολογία. Κατά την γνώμη μου αυτή ειναι μια πρόταση προς συζήτηση σε μια δημοκρατική κοινωνία και δεν πρέπει να την βλέπουμε σαν μια «συνταγή». Tουλάχιστον εγώ κατ’ αυτόν τον τρόπο την αντιλαμβάνομαι. Εσύ;

4) «υποστηρίζει ότι το φιλοσοφικό έργο του Καστοριάδη δεν έχει σχέση με την πολιτική κλπ.»

Δεν γνωρίζω, αλλά δεν καταλαβαίνω πώς αυτό τον κάνει κρυπτομαρξιστή και οικονομιστή.

Επίσης, Νίκο βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα την ανάλυσή/ταξινόμησή σου ως προς την κριτική των διαφόρων «κινημάτων». Επιφυλάσομαι να σχολιάσω στο μέλλον γαιτί πρώτα πρέπει να την σκεφτώ :-)

Σχετικά με τις ΗΠΑ πρέπει να παραδεχτώ ότι δεν ασχολούμαι και πολύ με την μικρο-πολιτική, μάλλον γιατί δεν βρήσκω κανένα ενδιαφέρον στον καβγά Δημοκρατικών-Ρεπουμπλικάνων (βλέπε ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις). Οι Δημοκρατικοί για παράδειγμα τώρα αντιλήθφηκαν (και ούτε είμαι σίγουρος γι’αυτό) ότι υπάρχει οικολογική κρίση. Έπρεπε να τους το πει ο Al Gore σε χολλιγουντιανή παραγωγή… Κατα τα λοιπά, όσο αφορά την απάθεια προς την Πολιτική, τα πράγματα είναι λίγο χειρότερα (αλλά όχι πολύ) από την Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρώπη. Γενικά, δεν υπάρχει τεράστιο χάσμα στα φαντασιακά στις δύο πλευρές του Ατλαντικού όπως είναι κι αναμενόμενο άλλωστε.


Αγαπητέ Θανάση, η αλήθεια είναι ότι το ύφος του τελευταίου σου post με παραξένεψε λίγο.
Ερωτήματα:
Α) Πώς συμβιβάζεται το τελευταίο σου post με το
«Όποιος θέλει να μη χειραγωγείται να διαβάζει τα ιντιμίντια ή τα άρθρα του Φωτόπουλου και του Τσόμσκυ στις μεγαλύτερες εφημερίδες.» που έγραψες προχθές;
Β) Ποιά είναι η Τέτα Παπαδοπούλου και πια η σχέση σοσιαλδημοκρατίας με τον Φ;
Γ) Επίσης, τι εννοείς με αυτό «Αλλά μάλλον ο Φωτόπουλος θεωρεί ότι έχουμε αυτόνομο καθεστώς στις δυτικές κοινωνίες»; το αντίθετο λέει ο άνθρωπος, δηλ, θεωρεί ότι δεν έχουμε αυτόνομο καθεστώς στις δυτικές κοινωνίες, οπότε που η διαφωνία;


Λοιπόν με κακομαθαίνετε με τα εκτενή και προσεγμένα σας σχόλια και θα σας γίνω τσιμπούρι...
Καληνυχτώ προς το παρόν,
Αχιλλέας

Θ. said...

Μ' αρέσει που το ύφος μου σε παραξένεψε.

Α. Η συγκεκριμένη αναφορά στο Φωτόπουλο και τον Τσόμσκι αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει κανενός είδους χειραγώγηση στη Δύση, αλλιώς οι συγκεκριμένοι -ιδίως ο Τσόμσκι, αλλά και ο Φωτόπουλος- δε θα ήταν ντίβες πρώτου μεγέθους στα μεγαλύτερα ΜΜΕ. Διαφορετικά, οι υπερεθνικές ελίτ που ως γνωστόν διαξάγουν τον αγώνα της χειραγώγησης των μαζών, άφησαν μιά τεράστια τρύπα στο σύστημά τους, στην οποία αργά ή γρήγορα θα πέσουν μέσα.

Β. Η Τέτα Παπαδοπούλου είναι δημοσιογράφος της Ελευθεροτυπίας και προσωπική φίλη του Καστοριάδη. Υπερασπίζει ως επί το πλείστον το φιλελεύθερο χαρακτήρα των δυτικών καθεστώτων από μιά σοσιαλδημοκρατική -κατά τη γνώμη μου- άποψη.

Γ. Το σχόλιο αφορά τον "ηγεμονικό χαρακτήρα" (μέρους) της παράδοσης της αυτονομίας. Το ζήτημα πάει αρκετά βαθιά. Εμείς λέμε ότι στη Δύση, την ηγεμονική Δύση, υπάρχουν στοιχεία/κατακτήσεις που εμείς θεωρούμε μέρη του προτάγματος μας: υπάρχει το habeas corpus και η ελευθερία της έκφρασης, η ισότητα των φύλων και η ελευθερία της συνείδησης. Όλα αυτά με τα προβλήματά τους -ως προς την καθολικότητα της εφαρμογής- χωρίς αμφιβολία. Αυτά εμείς τα θεωρούμε θετικά στοιχεία του προτάγματός μας, όχι "αστικές παραχωρήσεις". Ως εκ τούτου, ο Καστοριάδης δε φοβήθηκε να πει ότι είναι καλύτερο να ζεις στη Δύση, παρά στο Ανατολικό μπλοκ. Αυτό για το Φωτόπουλο και πολλούς άλλους συνιστά προσχώρηση στον καπιταλισμό κλπ. Συκοφαντία μέγιστη και αναξιοπρέπεια. Συκοφαντία γιατί ο Καστοριάδης δε φείδεται πουθενά της κριτικής στον καπιταλισμό και αναξιοπρέπεια γιατί δεν τολμάμε να αρθρώσουμε με παρρησία το αυτονόητο. Ασφαλώς και η φιλελεύθερη ολιγαρχία είναι καλύτερη από τον ολοκληρωτισμό. Και ασφαλώς δεν είμαστε με τη φιλελεύθερη ολιγαρχία. Αλλά αναγνωρίζουμε τη σημασία του να λέμε ό,τι λέμε και να είμαστε στα σπίτια μας και όχι στα γκουλάγκ. Η συκοφαντία ενάντια στον Καστοριάδη γίνεται σε πολλές περιπτώσεις από κρυπτο-σταλινική σκοπιά με επιχειρήματα του στυλ: τα στοιχεία για το Μπροστά στον πόλεμο τα πήρε από τη CIA, δουλεύει για τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό (Πουλαντζάς) κλπ.
Από μία φιλοσοφική άποψη -στην οποία ο Φωτόπουλος κατά τη γνώμη μου υστερεί-, πολιτική δεν είναι να αναπαράγεις τα διλήμματα: με τους αστούς ή με την εργατική τάξη, με το Ισλάμ ή με το Μπους, με το Μιλόσεβιτς ή με το ΝΑΤΟ, ούτε να πέφτεις μέσα. Η πολιτική είναι δημιουργία, πολιτική είναι να ανοίγεις δρόμους. Να λες ούτε με τους Ναζί ούτε με τους σταλινικούς, σε εποχές δύσκολες, όχι σαν τις σημερινές. Αυτή την παράδοση υπερασπιζόμαστε εμείς.

ΥΓ Να με συγχωρείτε αν γίνομαι εριστικός ώρες ώρες, αλλά νομίζω ότι η εριστικότητά μου είναι δικαιολογημένη και -ίσως- απαραίτητη ως ένα σημείο για να ξεκαθαρίζει τα πράγματα.

Θ. said...

Προς Αχιλλεά (κυρίως):Σκεφτόμουνα αυτά που σού γραψα και αυτά που έγραψες και νομίζω πως έχεις δίκιο που σε ξενίζει το ύφος μου. Η απάντηση βρίσκεται στο γεγονός ότι η κριτική αυτή (ότι ο Καστοριάδης πήγε με τον καπιταλισμό), την οποία όπως φαίνεται ενστερνίζεται και Ο Φωτόπουλος την ακούμε από πολύ παλιά, και έχει, όπως σου εξήγησα, σταλινικές ρίζες. Είναι δε άκρως επιπόλαιη, και ο Καστοριάδης έχει απαντήσει σ' αυτήν πολλάκις. Γι' αυτό θεωρώ μεγάλο λάθος του Φωτόπουλου να την αναπαράγει με τον τρόπο που το κάνει. Στο ίδιο λάθος εξακολουθούν να πέφτουν πολλοί καθόλα έντιμοι άνθρωποι, όπως ο Γεράσιμος Χαριτόπουλος στο βιβλίο του για τον Καστοριάδη, όπου λέει ότι το Σ ή Β ίσως τελικά διαλύθηκε επειδή λίγο ως πολύ ο Καστοριάδης συμφιλιώθηκε με τον καπιταλισμό λόγω της κριτικής που άσκησε στην ΕΣΣΔ. Αυτό είναι ασφαλώς λάθος και η απάντηση του Σ ή Β για τη διάλυση της ομάδας είχε σαφώς δοθεί. Η δε κριτική είναι απολύτως άδικη, καθώς αγνοεί τους αγώνες για το επαναστατικό κίνημα που κάνει ο Καστοριάδης σε ολόκληρη την ενσυνείδητη ζωή του. Το δε λάθος του Φωτόπουλου επιβεβαιώνει όπως σου γραψα παραπάνω την αδυναμία του να αντιληφθεί τη βαθιά οντολογική σημασία της ρήξης που κάνει ο Καστοριάδης με την παραδοσιακή επαναστατική θεωρία και τις πλατωνικές τη ρίζες. Τέλος, η οξύτητα του σχολίου μου δεν αφορά τα λεγόμενα τα δικά σου, αλλά την όλη ιστορία της κριτικής που προανέφερα.

ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ ή ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ said...

Λοιπόν, Αχιλλέα, κάτσε να τα πάρω με μια σειρά, γιατί θα μπλέξουμε. Ακολουθώ την ίδια αρίθμηση των θεμάτων που έβαλες κι εσύ. Ιδού:

1) Περί του οικονομισμού/κρυπτομαρξισμού. Μιλώ επίτηδες περί «κρυπτομαρξισμού» κι όχι περί «μαρξισμού». Ο κρυπτομαρξισμός είναι ο τρόπος σκέψης που, ενώ σε επίπεδο θέσεων απορρίπτει και κριτικάρει τη μαρξιστική αντίληψη, στην πραγματικότητα της μένει ασυνειδήτως πιστός, πράγμα που φαίνεται κυρίως από «δευτερεύουσες» πλευρές της σκέψης, οι οποίες διαφεύγουν της προσοχής των επίσημων διακηρύξεων. Θέλω να πω με αυτά ότι το γεγονός πως ο Φωτόπουλος κάνει κριτική στον μαρξισμό δε μας λέει –κατ’ αρχήν- και πολλά. Το θέμα είναι να δούμε τι σημασία έχει αυτή η απόρριψη για την σκέψη του και σε τι αποτελέσματα οδηγεί. Τα παραδείγματα που έχουμε ως τώρα αναφέρει είναι ενδεικτικά. Το γεγονός για παράδειγμα ότι ο Φ. θεωρεί πως πρέπει να δώσουμε περισσότερη βάση στους «συστημικούς» παράγοντες είναι καθαρά οικονομιστικό, καθώς με «συστημικούς παράγοντες» εννοεί κατά βάση την «οικονομία της αγοράς». Γι’ αυτό εξάλλου δε δέχεται τη θέση του Καστοριάδη περί της σύγχρονης οικονομίας ως πλανητικού καζίνο: αντιλαμβάνεται τον καπιταλισμό με τον παραδοσιακό, στενά οικονομικό τρόπο. Αν ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα εκμετάλλευσης, πως γίνεται να μην υπάρχει ένα εξουσιαστικό στρώμα που κυριαρχεί στην οικονομία, την κατευθύνει, και ιδιοποιείται τα κέρδη; Επίσης η ιδέα του Φωτόπουλου ότι το χρήμα πρέπει να καταργηθεί, όπως επίσης κι η απόρριψή του της εξίσωσης των μισθών (θα επανέλθω παρακάτω) είναι καθαρά μαρξιστικές. Μαρξιστική –ή τουλάχιστον οικονομιστική- είναι και η ιδέα του ότι τώρα έχουμε πράγματι ελεύθερη αγορά –αυτό συνιστά, ως γνωστόν, τη βασική ιδέα των νεοφιλελεύθερων τσαρλατάνων. Εξάλλου δεν χρειάζεται και μεγάλη ανάλυση για να καταλάβει κανείς τη σημασία που γενικώς δίνει ο Φωτόπουλος στο οικονομικό στοιχείο: τον έχεις δει να μιλά ποτέ για την ψυχανάλυση ή να κάνει μη στενά «γεωπολιτικοοικονομικές» κοινωνιολογικές αναλύσεις; Όχι. Είναι τυχαίο ότι το μεγαλύτερο μέρος του βασικότερου βιβλίου του μιλά όλο για οικονομικά ζητήματα; Είναι τυχαίο ότι η στάση του απέναντι στα Κομμουνιστικά Καθεστώτα είναι σε μεγάλο βαθμό ευνοϊκή, υπό το σκεπτικό πως τουλάχιστον εκεί ο κόσμος είχε καλυμμένες τις βασικές του ανάγκες;

2) Περί της ροπής του Φ. προς τα ισλαμικά κινήματα. Κατ’ αρχήν εννοούσα ακριβώς αυτό που είπες κι εσύ: ότι δηλαδή δεν είναι ντεφετιστής κι έχει λενινίζουσες –αν όχι καθαρά λενινιστικές- απόψεις σχετικά με τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα. Και δεδομένου του ποιοι απαρτίζουν αυτά τα κινήματα στις μέρες μας (Ταλιμπάν, Ιρακινή Αντίσταση, Χεζμπολά, Χαμάς κλπ) ακόμη κι αυτή η θέση, όταν δεν αναλύει το τι υποστηρίζουν αυτά τα κινήματα, έχει πολύ σοβαρά προβλήματα. Αν θεωρείς τον όρο «φιλοϊσλαμιστής» υπερβολικό, τον παίρνω πίσω (προς στιγμήν τουλάχιστον, μέχρι να ψάξω ένα σχετικό κείμενο του Φ. που είχα κάποτε διαβάσει).

3) Περί της εξίσωσης των μισθών και των εισοδημάτων. Γενικώς δε μπορώ να βρω κανένα επιχείρημα που να μπορεί να στηρίξει μια διαφορετική ρύθμιση απ’ αυτή την εξίσωση (βλ. το τέλος του κειμένου «Αξία, ισότητα, δικαιοσύνη, πολιτική: από τον Μαρξ στον Αριστοτέλη και απ’ τον Αριστοτέλη σ’ εμάς»). Νομίζω ότι τα σχήματα του Φ. είναι δευτερεύοντα και δεν προσφέρουν τίποτε το σημαντικό. Εσύ τι πιστεύεις; Θεωρείς ότι η αντίρρηση του Φ. έχει βάση; Σε ρωτώ, εκτός των άλλων, και επειδή δεν έχω καταλάβει ακριβώς ποιος είναι εν προκειμένω ο λόγος της διαφωνίας του Φ.

4) Περί της ιδέας του Φ. –απολύτως ψευδούς- ότι ο Καστοριάδης έπαψε να είναι επαναστάτης και να ασχολείται με την πολιτική. Πρόκειται για πάγια θέση του Φ.: «The academisation of later Castoriadis is well known, when, after twenty years of work as Director of National Accounts and Grouth at the OECD, he abandoned not only all political work in the last twenty five years of his life or so, but he also shifted the emphasis of his theoretical work away from revolutionary political theory to abstract theorizing». Εντελώς αστήριχτη και ασυνάρτητη, προέρχεται από την αδυναμία κατανόησης της επαναστατικής σημασίας της ψυχανάλυσης όπως επίσης, φυσικά, και της απόρριψης των μαρξιστοαναρχικών τρόπων οργάνωσης τους οποίους το Socialisme ou Barbarie είχε ήδη ξεπεράσει κάπου στο 1959 («Προλεταριάτο και οργάνωση» κλπ). Δεν είναι τυχαίο ότι ανάλογο διαχωρισμό σε «early» και «later» Καστοριάδη κάνουν και διάφορες σταλινοαναρχικές σέχτες των Αθηνών που θεωρούν ότι ο Καστοριάδης «παράτησε την πολιτική», «έγινε αστός» και άλλες, ανάλογης βλακείας, ηλιθιότητες. Μέσα στο αναρχικό και μαρξιστικό σύμπαν που αγνοεί το φαντασιακό στοιχείο και διατηρεί τους πλατωνικούς διαχωρισμούς «θεωρίας»-«πράξης» είναι φυσικά ακατανόητο πως ένας άνθρωπος που υπήρξε τόσο βαθύς φιλόσοφος υπήρξε ταυτόχρονα, μέχρι το τέλος της ζωής του, και επαναστάτης. Αυτό εννοώ, όταν λέω ότι η συγκεκριμένη ιδέα του Φ. είναι δείγμα του κρυπτομαρξισμού του.

Κι εδώ θα το τραβήξω κάπως στα άκρα το πράγμα. Πίσω απ’ όλα αυτά βρίσκεται η ιδέα ότι το μόνο που πρέπει να συζητάμε, το βασικό, αυτό που καθορίζει όλα τα υπόλοιπα είναι η οικονομία και –άντε, στην καλύτερη περίπτωση- οι κομπίνες των γραφειοκρατών των φιλελεύθερων ολιγαρχιών και των Κρατών (αυτών που ο Φ. αποκαλεί «ελίτ»). Πρόκειται για μια βαθύτατα καπιταλιστική/μαρξιστική άποψη που θέτει την οικονομία στο κέντρο των πάντων. Ακόμα βαθύτερα όμως: πρόκειται για τη λαϊκιστική και φασιστική ιδέα πως οτιδήποτε υπερβαίνει το οικονομικό/«βιολογικό» στοιχείο (αυτό που η Arendt αποκαλεί «μόχθο») είναι «διανοουμενισμός», «abstract theorizing», «αστική συνήθεια» κλπ. Δεν είναι καθόλου περίεργο υπό αυτή την έννοια πως πρόσφατα, σ’ ένα ακροδεξιό περιοδικό, εμφανίστηκε ένα άρθρο που κατηγορεί τη Σχολή της Φραγκφούρτης για ξεπούλημα του μαρξισμού, υπό το σκεπτικό πως αντί να ασχολείται μόνο με το οικονομικό στοιχείο, φλυαρούσε περί τέχνης, «κουλτούρας» κλπ (http://www.e-grammes.gr/article.php?id=2810). Είναι το φαντασιακό των κομμουνιστικών δικτατοριών που καταλήγει στην κατηγορία ότι είσαι «διανοούμενος», στην αναμόρφωση διά της εργασίας του Μάο, στον Πολ Ποτ που κυνηγούσε όποιον φορούσε γυαλιά (διαβάζει, άρα είναι διανοούμενος, άρα είναι αστός), στις χειρότερες προκαταλήψεις περί του φυσικού ανθρώπου που τον διαστρέφει η κουλτούρα κλπ: «η ανάπτυξη των τεχνών και των επιστημών δεν είναι παρά οι γιρλάντες που διακοσμούν τις αλυσίδες του ανθρώπου» έλεγε ο Ρουσσώ. Κατά συνέπεια, όποιος ασχολείται μ’ αυτές είναι αντεπαναστάτης ή, στην καλύτερη των περιπτώσεων, άσχετος με την πολιτική. Το πάω στα άκρα, όπως είπα, γιατί νομίζω ότι είναι σημαντικό να φανεί αυτή η πτυχή. Νομίζω πως βρίσκεται στο βάθος, σε κάποιον βαθμό τουλάχιστον, πίσω από την κριτική του Φ. στον Καστοριάδη. Τελικά για τον Φ. το μόνο που υπάρχει είναι η οικονομία και η «πολιτική» σε επίπεδο κρατικής διοίκησης= μαρξισμός+αναρχισμός. Γι’ αυτό δεν ασχολείται με τίποτε άλλο. Απολύτως λογικό συμπέρασμα για κάποιον που αδυνατεί να αντιληφθεί το φαντασιακό στοιχείο. Διότι σύλληψη του φαντασιακού στοιχείου σημαίνει σύλληψη του ανώνυμου συλλογικού ως ιστορικού υποκειμένου και απόρριψη της αναρχομαρξιστικής πίστης ότι η ιστορία κινείται από τις «άρχουσες τάξεις», οι οποίες χρησιμοποιούν τις μάζες ως παθητικό πηλό. Να γιατί όποιος δεν πιάνει το φαντασιακό στοιχείο ρέπει –ερμηνευτικά τουλάχιστον- προς το ολιγαρχικό φατνασιακό. Ο David Curtis έχει γράψει μερικά πολύ ωραία κείμενα στα οποία συντρίβει κάθε προσπάθεια διάσπασης της συνοχής της πολιτικής, φιλοσοφικής και ψυχαναλυτικής διαδρομής του Καστοριάδη.

Πω πω, ολόκληρο σεντόνι έγραψα. Το κόβω εδώ και συνεχίζουμε, όταν απαντήσεις.

Νίκος

Anonymous said...

Οποιος απο εσας παιδια (αν και αναφερομαι κυριως στον αχιλλεα) θελει να κατεβασει τη συνεντευξη του καστοριαδη στο ''παρασκηνιο'' ας ανατρεξει στη διευθυνση http://www.black-tracker.gr/details.php?id=60.Νομιζω πως ειναι πολυ ενδιαφερουσα και ξεκαθαριζει καποια πραγματα...


μιχαλης

Anonymous said...

Να υπενθυμίσω επίσης, συμπληρώνοντας τον Μιχάλη, ότι η εν λόγω συνέντευξη έχει δημοσιευθεί στο βιβλίο στο οποίο παραπέμπουμε στην τελευταία υποσημείωση του κειμένου μας στο αρχικό ποστ. Το μόνο πρόβλημα -βασικότατο ως προς ό,τι συζητάμε εν προκειμένω- είναι ότι η κα Παπαδοπούλου δεν έκρινε αναγκαίο να περιλάβει στο βιβλίο της το κομμάτι όπου ακριβώς ο Καστοριάδης μιλάει για τη στάση του απέναντι στις φιλελεύθερες ολιγαρχίες, σε σύγκριση μ' αυτήν απέναντι στην τότε Ρωσία. Είναι γενικώς μεγάλο πρόβλημα αυτό, καθώς ο δεύτερος τόμος του Μπροστά στον πόλεμο, που έμεινε δυστυχώς ανολοκήρωτος, θα ασχολιόταν ακριβώς μ' αυτό το ζήτημα: "Μπορούμε και πρέπει να υπερασπίσουμε τις φιλελεύθερες ολιγαρχίες;" (το σχεδιάγραμμα του δεύτετου τόμου υπάρχει στα περιεχόμενα του πρώτου, εκδ. Ύψιλον).

Νίκος

Achilleas said...

Νικο,

ευχαριστω για το link.
το κατευαζω παραυτα.
Συγνωμη που δεν εχω απαντησει ακομη στο τελευταιο σου post, αλλα
προσπαθουσα να τελειωσω την "ελληνικη ιδιαιτεροτητα...", και τωρα αποφασισα να ξεκινησω επιτελους τη "φαντασιακη θεσμιση..." οποτε διαβαζω προς το παρον. θα επανερφω με πολλες ερωτησεις ;-)

Αχιλλεας

Νίκος said...

Εντάξει, Αχιλλέα, δικαιολογείσαι λόγω αυξημένου φόρτου εργασίας -είσαι σε καλό δρόμο τώρα με τη Φαντασιακή =)

Επί τη ευκαιρία, προς περαιτέρω διασάφηση αυτών που είπα προηγουμένως περί του οικονομισμού, αναφέρω το εξής: υπάρχει ένα βιβλίο των Boltanski και Chiapello, Το νέο πνεύμα του καπιταλισμού,του οποίου η βασική ιδέα είναι ότι η κριτική της "αριστεράς" (με την ευρεία έννοια) στον καπιταλισμό υπήρξε δύο ειδών. Απ' τη μια μεριά υπήρξε η καταξοχήν κοινωνική κριτική κι απ' την άλλη το είδος κριτικής που οι συγγραφείς την αλλούν "atriste", δηλαδή μποεμοεστέτ και αισθητικίζουσα. Πρόκειται για την κριτική που ασχολείται με την κουτλούρα κλπ. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσουν και τον Καστοριάδη και τον κατηγορούν -με όλους τους υπόλοιπους της ίδιας κατηγορίας- ότι οι κριτικές τους ήταν επιφανειακές και ότι ο καπιταλισμός τις ενσωμάτωσε, περνώντας έτσι σ' ένα νέο στάδιο (δεν το έχω το εν λόγω βιβλίο, αλλά το αναφέρουν και του κάνουν κριτική ο J.-L. Prat, Introduction a Castoriadis και ο P. Caumieres, Castoriadis: le projet d' autonomie). Νομίζω ότι το φαντασιακό του Φωτόπουλου είναι πολύ συγγενές με αυτό των Boltanski και Chiapello.
Γενικά είναι η ουσία του οικονομισμού. Επίσης, εδώ στην Ελλάδα υπάρχει η ομάδα Blaumachen τα μέλη της οποίας ήταν, μαζί με αυτούς του Τέρμιναλ, κομμάτι της ομάδας Τρίστερο απ' τη διάπσαση της οποίας προέκυψαν το Τέρμιναλ και το Μπλάουμαχεν. Αυτοί λοιπόν, πωρωμένοι μαρξιστές, κάνουν κριτική στο Τέρμιναλ επειδή, αντί να ασχολείται κυρίως και μόνο με την οικονομική εκμετάλλευση, μιλάει για "φαντασιακό" κλπ. Ιδού το σάιτ τους: http://www.blaumachen.gr/blaumachen/index.php. Δεν είναι επίσης τυχαίο που τον Φωτόπουλο τον έχει και ο Βήχος, γνωστός τροτσκιστής και συκοφάντης του Καστοριάδη, στο σάιτ του και δημοσιεύει κείμενά του.

mixalis said...

Πολλά και φλέγοντα τα ζητήματα που τέθηκαν επί τάπητος...
Από τη σύγχιση που γενά η ιδεολογική κατρακύλα της ομάδας terminal, έως το πρόσφατο φοιτητικό κίνημα, από τον καστοριάδη και τον φωτόπουλο, έως την ανυπαρξία χειραγώγησης των δυτικών κοινωνιών, από τον κάτμαν και την ανίτα έως έως έως....
Πιστεύει κάποιος σύμφωνα με μια προσέγγιση μακριά από διαλεκτικές τσαρλατανισμού, ότι δεν υπάρχει στη δύση σχεδιασμός χειραγώγησης των μαζών; Τότε το lifestyle είναι απλά και μόνο παιδικό πάρτυ που είμαστε, (εάν και εφόσον θέλουμε) όλοι καλεσμένοι...
Σαν κίνηση εντυπωσιασμού διακρίνετε η ενασχόληση της συλλογικότητας terminal, με το "πλευρικό σύμπτωμα" και όχι σαν αυτό που είναι: μια καραμπινάτη εγχώρια παραγωγή (με τα όποια μέσα διαθέτει), άρνησης της βιομηχανίας θανάτου των ναζί. Όπως επίσης και η ανεπάρκεια του α/α χώρου, που μην έχοντας τίποτα καλύτερο να κάνει, ανοίγει "βεντέτες" με τους ντόπιους ναζί. Και μάλιστα αυτές οι απόψεις να συνοδεύονται με έννοιες που περιέχουν πολεμικές ολοκληρωτισμού και που δυστηχώς(;) δημιουργεί (για τους σχολιαστές), έναν πόλο έλξης για μυριάδες άλλους.
Από τη μία πλευρά στηλιτεύετε (και σωστά) η προσπάθεια να πάρει θέση η αστική δικαιοσύνη απέναντι σε ζητήματα "πλευρικών συμπτωμάτων", και από την άλλη αποθεώνετε η θεμελιωδέστερη αστικοδημοκρατική κατάκτηση της ελευθερίας του λόγου και της συνείδησης. Ή αλλιώς και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ...
Αλλά και λίγο παρακάτω δεν θα πρέπει να τραβάμε και κανένα ιδιαίτερο ζόρι με "ηθοποιούς" που "παίζουν" σε "ταινίες" πορνογραφικό περιεχομένου, εάν και εφόσον υπάρχει η ρητή συγκατάθεση των ενηλίκων συμετεχόντων, πώς ναι το χόμπι μας είναι να πηδιόμαστε προς τέρψην του συμπαθούς κοινού της κλειδαρότρυπας. Και ηθικά κολάσιμες τελικά οι όποιες απαγορεύσεις τόσο για την ανεξέλεγκτη πορνογραφία, όσο και για πονήματα (sic), τύπου mein kampf.
Όσο γενικόλογες άρα και ελλειπέστατες είναι αυτές οι απόψεις, άλλο τόσο ανεπαρκείς και σκοτεινες είναι οι απόψες που χαρακτηρίζουν την ανθρωπότητα σαν ένα όλον, που σαν τέτοιο διαθέτει την κριτική ικανότητα να αντιληφθεί και να επεξεργαστεί τις πολύπλοκες έννοιες και άρα μέσω μιας αναλυτικής (δεδομένης) διαδικασίας μπορεί να καταλήξει σε μανιχαιστικές απλουστεύσεις του τί είναι καλό και τί όχι. Νομοτελειακά μπορούμε να απαντήσουμε ότι μεσα στη πολυπλοκότητα της ανθρώπινης σκέψης μπορεί να την διαθέτει (την ικανότητα), αλλά επίσης μπορεί και να μην την διαθέτει, μπορεί να την κατακτήσει αλλά επίσης μπορεί και να την αγνοήσει, μπορεί να συλλογικοποιηθεί αλλά επίσης μπορεί και να ιδιοτεύσει στη χρυσή αρένα του ό,τι φάμε ό,τι πιούμε... Και γιατί τελικά ρε μάγκες το συλλογικό υποσυνείδητο μιας ολόκληρης κοινωνίας (της γερμανικής εν προκειμένο) δεν αντιστάθηκε σε ιδέες ολοκληρωτισμού, παρά τυφλά και με συνολική απουσία αναλυτικής διαδικασίας ακολούθησε τον φύρερ της; Μήπως άραγε για το λόγο που αναφέρετε πώς, "ο άνθρωπος έχει ψυχή και ριζική φαντασία: ότι είναι δηλαδή ένα όν για το οποιό τα αντικείμενα του έξω κόσμου δεν έχουν θέση ερεθίσματος παρά μόνο στο βαθμό που ο ίδιος τους επιτρέπει να επιδρούν πάνω του". Τότε το αποτέλεσμα ολοκληρωτισμών δεν περνάει μεσα από κανένα γκέμπελς και κατ' επέκταση ιδεολογικών οπλοστασίων, αλλά είναι μια ανεπηρέαστη τοποθέτηση που βγαίνει μέσα από τον ψυχικό κόσμο μιας κοινωνίας και εκφράζει το "φαντασιακό ανεκπλήρωτο": Ναι λοιπόν οι εβραίοι έπαθαν ό,τι τους άξιζε γιατί ήταν αυτό που ήταν, οι γυναίκες αντικείμενα (αφού συμφωνούν...), μπορούν να χρησιμοποιούνται στην επιβεβαίωση του πατριαρχικού μοντέλου και το "πλευρικό σύμπτωμα" μπορεί με χαρακτηριστική άνεση και ευκολία να αρνείτε ότι πραγματοποιήθηκε το έγκλημα των εγκλημάτων. Τότε την επόμενη φορά που θα υπάρξουν πογκρόμ στο αιγάλεω και στον αγ. παντελεήμονα απέναντι σε μετανάστες θα πρέπει τα κοπρόσκυλα να αφεθούν στο θεάρεστο έργο τους ώστε να μην υπάρχει η μέγγενη της απαγόρευσης επάνω τους, ώστε αναπόσπαστοι να εκφράσουν το "φαντασιακό" απωθημένο τους έστω και άν είναι... λανθάνων.

Βαριέμαι να συνεχίσω. Δεν βρίσκω κάτι να με έλκει.

maria said...

buy viagra
viagra online
generic viagra